Του Γ. Μπακόλα, Αγρότη – Agrocapital
Η ελληνική γεωργία έμαθε επί δεκαετίες να περιμένει την επόμενη προκήρυξη, την επόμενη επιδότηση ή μια πολιτική απόφαση που θα βελτίωνε το εισόδημα του παραγωγού. Όλα αυτά εξακολουθούν να έχουν καθοριστική σημασία, όμως δεν μπορούν να αποτελούν το επιχειρηματικό σχέδιο μιας αγροτικής εκμετάλλευσης.
Το κράτος οφείλει να στηρίζει τον αγρότη όταν μια φυσική καταστροφή, μια ζωονόσος ή μια μεγάλη κρίση ξεπερνά τις δυνατότητές του. Αντίστοιχα, οι άμεσες ενισχύσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής υπάρχουν για να διατηρούν την ευρωπαϊκή παραγωγή τροφίμων και την επισιτιστική ασφάλεια. Δεν σχεδιάστηκαν για να αντικαταστήσουν την παραγωγικότητα, την οργάνωση και την επιχειρηματική ευθύνη.
Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Ο παραγωγός χρειάζεται να αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο εργαλείο, χωρίς όμως να εξαρτά το μέλλον της εκμετάλλευσής του από αποφάσεις που λαμβάνονται έξω από το χωράφι του. Καμία κυβέρνηση, καμία τράπεζα και κανένα πρόγραμμα δεν γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιο τι πραγματικά συμβαίνει στην παραγωγή του.
Η σύγχρονη γεωργία παραμένει εκτεθειμένη στον καιρό, στις διεθνείς αγορές, στο κόστος της ενέργειας και στις γεωπολιτικές εξελίξεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει σχεδιασμός. Σημαίνει ότι ο σχεδιασμός πρέπει να βασίζεται σε διαφορετική λογική.
Ένα πραγματικό business plan δεν προσπαθεί να προβλέψει την τιμή του σιταριού ή του ελαιολάδου μετά από δέκα χρόνια. Προσπαθεί να απαντήσει σε πιο ουσιαστικά ερωτήματα: ποιο είναι το πραγματικό κόστος παραγωγής, σε ποια τιμή αρχίζει η ζημιά, πόση μείωση της απόδοσης μπορεί να αντέξει η εκμετάλλευση, πόσο νερό θα υπάρχει διαθέσιμο και ποια επένδυση μπορεί να αποπληρωθεί ακόμη και σε μια δύσκολη χρονιά.
Οι πέντε ερωτήσεις που κανένας αγρότης δεν πρέπει να αποφεύγει
Κάθε παραγωγός, κάθε τραπεζικό στέλεχος και κάθε επιχείρηση που συνεργάζεται με την πρωτογενή παραγωγή πρέπει να ζητά καθαρές απαντήσεις σε πέντε βασικά ερωτήματα.
Πόσο πραγματικά κοστίζει κάθε μονάδα προϊόντος;
Χωρίς πλήρη κοστολόγηση δεν υπάρχει καθαρή εικόνα της κερδοφορίας ούτε ασφαλής βάση για τον καθορισμό της τιμής πώλησης.
Τι συμβαίνει εάν η παραγωγή μειωθεί κατά 20%;
Η απάντηση αποκαλύπτει την πραγματική οικονομική αντοχή της εκμετάλλευσης απέναντι σε μια δύσκολη χρονιά.
Μπορεί η επένδυση να αποπληρωθεί και σε δύσκολη χρονιά;
Εάν η απάντηση είναι αρνητική, πρέπει να αλλάξει η δόση, η διάρκεια ή το μέγεθος της επένδυσης πριν δεσμευτεί το κεφάλαιο.
Υπάρχει εξασφαλισμένη αγορά;
Η παραγωγή χωρίς σαφές κανάλι διάθεσης, όρους πληρωμής και εναλλακτικό αγοραστή μπορεί να μετατραπεί σε συσσωρευμένο κόστος.
Ποιος θα συνεχίσει την εκμετάλλευση σε δέκα χρόνια;
Χωρίς σχέδιο διαδοχής, μεταβίβασης γνώσης και ευθύνης, καμία μακροχρόνια επένδυση δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένη.
Στην Ελλάδα το επιχειρηματικό σχέδιο αντιμετωπίζεται συχνά ως ένας φάκελος για μια επιδότηση ή ένα τραπεζικό δάνειο. Στις πιο οργανωμένες αγροτικές οικονομίες αποτελεί εργαλείο διοίκησης που ενημερώνεται κάθε χρόνο και καθοδηγεί κάθε σημαντική απόφαση.
Ο παραγωγός με ξεκάθαρο επιχειρηματικό σχέδιο δεν επενδύει απλώς επειδή προκηρύχθηκε ένα πρόγραμμα. Επενδύει όταν η εκμετάλλευσή του έχει πραγματική ανάγκη και χρησιμοποιεί την επιδότηση ως εργαλείο για να περιορίσει το κόστος και το χρηματοδοτικό ρίσκο.
Όλα αρχίζουν από τη γνώση της πραγματικής οικονομικής εικόνας της εκμετάλλευσης. Η έκταση και ο τζίρος από μόνοι τους δεν λένε την αλήθεια. Εκείνο που καθορίζει τη βιωσιμότητα είναι η σχέση ανάμεσα στο κόστος, στις υποχρεώσεις, στη ρευστότητα και στο καθαρό αποτέλεσμα.
Γι' αυτό και η πλήρης κοστολόγηση αποτελεί τη βάση κάθε σοβαρής απόφασης. Δεν αρκεί να υπολογίζονται τα λιπάσματα και τα καύσιμα. Στο κόστος πρέπει να περιλαμβάνονται οι αποσβέσεις, οι τόκοι, οι επισκευές, η οικογενειακή εργασία, οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις και η χρήση του ίδιου κεφαλαίου. Μόνο έτσι ο παραγωγός γνωρίζει πραγματικά από ποια τιμή και πάνω αρχίζει να κερδίζει.
Το ίδιο ισχύει και για τις μεγάλες επενδύσεις. Ένα νέο τρακτέρ, μια νέα φύτευση ή ένα αρδευτικό έργο δεν αξιολογούνται με βάση την επιδότηση που συνοδεύει την αγορά τους. Αξιολογούνται με βάση το αν μειώνουν το κόστος, αυξάνουν την παραγωγικότητα και μπορούν να αποπληρωθούν χωρίς να πιέζουν τη ρευστότητα της εκμετάλλευσης.
Τα επόμενα χρόνια ακόμη πιο κρίσιμος παράγοντας θα είναι το νερό. Σε πολλές περιοχές της χώρας δεν θα καθορίζει μόνο το κόστος παραγωγής αλλά και το ποιες καλλιέργειες θα παραμείνουν βιώσιμες. Η ύπαρξη μιας γεώτρησης δεν αρκεί. Χρειάζεται να είναι γνωστό το διαθέσιμο απόθεμα, η ποιότητα του νερού, το ενεργειακό κόστος άντλησης και οι κίνδυνοι μιας παρατεταμένης ξηρασίας.
Η τεχνολογία επίσης δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι αισθητήρες και η γεωργία ακριβείας έχουν αξία μόνο όταν αποδεικνύουν στην πράξη ότι μειώνουν το κόστος, εξοικονομούν νερό, περιορίζουν τις εισροές ή βελτιώνουν την ποιότητα της παραγωγής.
Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση με την αγορά. Η μεγαλύτερη παραγωγή δεν σημαίνει απαραίτητα μεγαλύτερο εισόδημα. Πριν αυξηθούν τα στρέμματα, πρέπει να υπάρχει εξασφαλισμένος αγοραστής, σαφές χρονοδιάγραμμα πληρωμών και εναλλακτικό κανάλι διάθεσης.
Κανένα σοβαρό επιχειρηματικό σχέδιο δεν μπορεί επίσης να αγνοεί το αρνητικό σενάριο. Η πιθανότητα μιας χαμηλής τιμής, μιας μειωμένης παραγωγής ή μιας αύξησης του κόστους δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά μέρος της πραγματικότητας. Η αντοχή μιας εκμετάλλευσης φαίνεται ακριβώς στην ικανότητά της να επιβιώνει και στις δύσκολες χρονιές.
Οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις και οι παραγωγοί θα έπρεπε να έχουν τελικά ένα κοινό συμφέρον. Χρειάζονται βιώσιμες εκμεταλλεύσεις που παράγουν σταθερή ταμειακή ροή και μπορούν να αναπτύσσονται χωρίς να δημιουργούν νέα οικονομικά αδιέξοδα.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις