Η αποσύνθεση του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα: Αιτίες, πραγματικότητα και προοπτικές ανασύστασης

Του Θωμά Ακριτίδη,

Αγρότης

Ο πρωτογενής τομέας της ελληνικής οικονομίας –γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία και δασοπονία– βρίσκεται διαχρονικά σε καθεστώς πολυδιάστατης κρίσης.

Η εικόνα της ελληνικής υπαίθρου χαρακτηρίζεται από εγκατάλειψη, γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης.

​Ωστόσο, στο δημόσιο και πολιτικό διάλογο, υποστηρίζεται σταθερά από ελληνοκεντρικές και πατριωτικές πολιτικές δυνάμεις ότι η ανάταξη του τομέα είναι εφικτή, με βασική προϋπόθεση την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και την άσκηση εθνικά κυρίαρχης πολιτικής.

​1. Η Σημερινή Κατάσταση: Τα Αίτια της Αποσύνθεσης

​Η παρακμή του πρωτογενούς τομέα δεν αποτελεί τυχαίο φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων διαχειριστικών επιλογών, κοινοτικών πολιτικών και εσωτερικών δομικών αδυναμιών.

​Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) και η εξάρτηση:

Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (νυν Ευρωπαϊκή Ένωση) και η σταδιακή προσαρμογή στις κατευθύνσεις της ΚΑΠ οδήγησαν, από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, σε μετάβαση από μια παραγωγική αγροτική οικονομία σε ένα καθεστώς επιδοτήσεων. Η σύνδεση των ενισχύσεων συχνά με την αγρανάπαυση ή την αποδέσμευσή τους από την πραγματική παραγωγή αποδυνάμωσε το κίνητρο για καλλιέργεια.

​Το υψηλό κόστος παραγωγής: Οι Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν διαχρονικά ασφυκτικά κόστη εισροών:

​Ενέργεια: Υψηλές τιμές ηλεκτρικού ρεύματος για την άρδευση και καύσιμα με αυξημένους ειδικούς φόρους.

​Εφόδια: Ακριβά λιπάσματα, ζωοτροφές και σπόροι, συχνά επηρεαζόμενοι από ολιγοπωλιακές δομές στην εσωτερική αγορά.

​Το δημογραφικό πρόβλημα και η γήρανση:

Ο μέσος όρος ηλικίας των αγροτών στην Ελλάδα είναι από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (άνω των 55-60 ετών). Η έλλειψη κινήτρων, οι σκληρές συνθήκες εργασίας και η έλλειψη υποδομών στην ύπαιθρο αποτρέπουν τη νέα γενιά από το να επενδύσει στη γη.

​Ο κατακερματισμός της γης και η απουσία συνεργατισμού:

Ο κλήρος παραμένει μικρός και κατακερματισμένος, γεγονός που περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας. Παράλληλα, η απαξίωση των αγροτικών συνεταιρισμών (λόγω κομματικοποίησης και κακοδιαχείρισης στο παρελθόν) άφησε τους παραγωγούς έρμαια των μεσαζόντων και των μεγάλων αλυσίδων λιανεμπορίου.

​Οι εισαγωγές και το εμπορικό ισοζύγιο:

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει μοναδικά εδαφοκλιματικά χαρακτηριστικά για ποιοτικά προϊόντα (π.χ. ελαιόλαδο, φέτα, οπωροκηπευτικά), η χώρα εισάγει τεράστιες ποσότητες τροφίμων και αγροτικών προϊόντων που θα μπορούσε να παράγει η ίδια, πλήττοντας την επισιτιστική της επάρκεια.

​2. Οι Προϋποθέσεις Ανασύστασης μέσα από Ελληνοκεντρικές Πολιτικές

​Οι υποστηρικτές μιας ελληνοκεντρικής προσέγγισης υπογραμμίζουν ότι η ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα απαιτεί μια ρήξη με τα μοντέλα της εξάρτησης και την υιοθέτηση ενός σχεδίου εθνικής αυτάρκειας.

Οι βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου περιλαμβάνουν:

​Α. Επισιτιστική Κυριαρχία και Προστασία της Εγχώριας Παραγωγής

​Δασμολογική και ρυθμιστική προστασία:

Θέσπιση αυστηρών ελέγχων στα σύνορα για την αποτροπή των "ελληνοποιήσεων" εισαγόμενων προϊόντων (π.χ. γάλακτος, κρέατος, τυροκομικών) που πωλούνται ως ελληνικά, προστατεύοντας έτσι τους τοπικούς παραγωγούς και τον καταναλωτή.

​Προτεραιότητα στην εσωτερική αγορά:

Νομοθετική κατοχύρωση της διάθεσης σημαντικού ποσοστού ελληνικών αγροτικών προϊόντων σε δημόσιες δομές (νοσοκομεία, σχολεία, στρατόπεδα).

​Β. Μείωση του Κόστους Παραγωγής ​Φορολογικές και ενεργειακές ελαφρύνσεις:

Θεσμοθέτηση αγροτικού πετρελαίου χωρίς ειδικό φόρο κατανάλωσης και πρόσβαση σε φθηνή ενέργεια (μέσω ΑΠΕ αποκλειστικά για αγροτική χρήση ή κρατικών παρεμβάσεων στους παρόχους) για τη μείωση του κόστους άρδευσης και σταυλισμού.

​Επιδοτήσεις συνδεδεμένες με την πραγματική παραγωγή:

Ανακατεύθυνση των κοινοτικών και εθνικών ενισχύσεων αποκλειστικά σε ενεργούς παραγωγούς που παράγουν μετρήσιμο εθνικό προϊόν και όχι σε ιδιοκτήτες "αργών" εκτάσεων.

​Γ. Δημογραφική Αναγέννηση και Στήριξη Νέων Αγροτών

​Πακέτα κινήτρων για τους νέους:

Παροχή δωρεάν ή φθηνής κρατικής γης σε νέους αγρότες, φορολογικές απαλλαγές για την πρώτη δεκαετία λειτουργίας των αγροτικών επιχειρήσεων και επιδότηση της στέγης στην περιφέρεια.

​Εκσυγχρονισμός υποδομών υπαίθρου:

Επενδύσεις σε σύγχρονα εγγειοβελτιωτικά έργα (φράγματα, ταμιευτήρες νερού, δίκτυα άρδευσης) και ψηφιακή αναβάθμιση της υπαίθρου (π.χ. ευρυζωνικό διαδίκτυο) για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

​Δ. Αναδιοργάνωση του Συνεταιρισμού και Τεχνολογική Καινοτομία

​Νέος, υγιής συνεταιριστικός θεσμός: Δημιουργία ισχυρών, μη κομματικοποιημένων αγροτικών συνεταιρισμών σε περιφερειακό επίπεδο, οι οποίοι θα διαπραγματεύονται συλλογικά τις τιμές των εφοδίων και των προϊόντων, μειώνοντας την επιρροή των μεσαζόντων.

​Σύνδεση πρωτογενούς τομέα με την έρευνα:

Αξιοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων για την ανάπτυξη της γεωργίας ακριβείας, την προστασία των γηγενών ποικιλιών φυτών και ζώων και τη βελτιστοποίηση της ποιότητας των Π.Ο.Π. (Προστατευόμενων Ονομασιών Προέλευσης) προϊόντων.

​Συμπέρασμα:

​Η αποσύνθεση του πρωτογενούς τομέα δεν αποτελεί μοιραία και αμετάκλητη εξέλιξη, αλλά συνέπεια δεκαετιών λανθασμένων πολιτικών προτεραιοτήτων.

Μια ελληνοκεντρική προσέγγιση θέτει ως αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα την εθνική επιβίωση μέσω της διατροφικής αυτάρκειας.

​Με την αποφασιστική στήριξη του παραγωγού, τη μείωση του κόστους λειτουργίας, την αξιοποίηση της τεχνολογίας και την αυστηρή προστασία των ελληνικών προϊόντων από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, η ελληνική ύπαιθρος μπορεί να μετατραπεί εκ νέου στον βασικό πυλώνα οικονομικής σταθερότητας και εθνικής ισχύος της χώρας.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις