Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τον τρόπο άσκησης της γεωργίας

Γράφει ο Μόσχος Κορασίδης

Μιλώντας για έξυπνο μετασχηματισμό στην παραγωγική διαδικασία του οικοσυστήματος της ελληνικής γεωργίας είναι αλήθεια ότι παραξενεύεται κανείς, μιας που πρόκειται για βιολογική παραγωγική διαδικασία και από μόνη της η φύση έχει προνοήσει για την προσαρμογή των βιολογικών οργανισμών στην ποικιλομορφία των συνθηκών του περιβάλλοντος.

Ομως στη γεωργική παραγωγή τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο άνθρωπος για να πετύχει την παραγωγή τροφίμων και άλλων πρώτων υλών που του είναι απαραίτητα χρησιμοποιεί τους φυσικούς πόρους για να αξιοποιήσει τις βιολογικές παραγωγικές δυνατότητες των φυτών και των ζώων.

 

Η χρήση τους είναι τεράστια, π.χ. το 85% της ετήσιας κατανάλωσης νερού αφορά τη γεωργία για την άρδευση των καλλιεργειών, τη διατροφή των ζώων κ.λπ. Ανάλογα ποσοστά έχουμε και με τη χρήση των εδαφών που μπορούν να καλλιεργηθούν. Δεν σταματάει όμως εδώ η ανθρώπινη παρέμβαση· κατά την παραγωγική διαδικασία έχουμε τη χρήση των λιπασμάτων και των φυτοφαρμάκων, των πλαστικών, που συνοδεύεται από τη μεγάλη χρήση ενέργειας, με αποτέλεσμα η γεωργία να συμβάλλει στο 12% των αερίων του θερμοκηπίου. Στόχος όλων αυτών των διαδικασιών είναι η παραγωγή τροφίμων και η εξασφάλιση εισοδήματος και κοινωνικής συνοχής στην ύπαιθρο.

Οι διαδικασίες παραγωγής εάν δεν γίνονται με αειφορικό τρόπο οδηγούν στην υποβάθμιση και εξάντληση των φυσικών πόρων (νερού και εδάφους) καθώς επίσης και στη μειωμένη παραγωγικότητα που οδηγεί τους αγρότες σε αυξημένο κόστος παραγωγής και μειωμένο εισόδημα. Η κλιματική αλλαγή θέτει νέες παραμέτρους στους κινδύνους άσκησης της γεωργικής δραστηριότητας προκαλώντας πέρα από τις πιο συχνές καταστροφές και ουσιαστική και ασύμμετρα μεγάλη μείωση του εισοδήματος.

Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τον τρόπο άσκησης της γεωργίας, αφού απαιτεί και η γεωργία να μειώσει τις εκπομπές του CO2 και να σταματήσει την υποβάθμιση εδαφών και νερών. Η ίδια δε χρήση των χημικών φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων ως παράγοντας υποβάθμισης του περιβάλλοντος και κινδύνου για τη βιοποικιλότητα πρέπει να μειωθεί συστηματικά τα επόμενα χρόνια με βάση και τις αποφάσεις για τη νέα ΚΑΠ 2021-2027.

Η παγκοσμιοποίηση ενώ αυξάνει την πίεση στα εισοδήματα των αγροτών με τις τιμές να επηρεάζονται διεθνώς από τις χώρες με χαμηλό κόστος, αναδείχθηκε σε αχίλλειο πτέρνα του συστήματος ομαλής προμήθειας τροφίμων για τον πληθυσμό ορισμένων χωρών λόγω της πανδημίας του COVID 19. Η διατροφική ασφάλεια των χωρών με την εξασφάλιση της τοπικής παραγωγής επαρκών τροφίμων ήλθε ξανά στο προσκήνιο και εντάσσεται στα στρατηγικά σχέδια των χωρών. Η μελλοντική ανάγκη αύξησης της παραγωγής τροφίμων λόγω του υπερπληθυσμού κατά 60% μέχρι το 2050, δηλαδή στην επόμενη μόλις γενιά αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά και άμεσα την παραγωγή, μεταποίηση και διακίνηση των τροφίμων.

Σε αυτά τα προβλήματα εάν προσθέσουμε και τις μεγάλες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής γεωργίας που οφείλεται στο μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, το μεγάλο μέσο όρο ηλικίας των αγροτών και τη μικρή διείσδυση της τεχνολογίας και της πληροφορικής, κατανοούμε ότι ο γόρδιος δεσμός δεν μπορεί να λυθεί παρά με έξυπνες λύσεις που «κόβουν δρόμο» στην επίλυση των επιτακτικών προβλημάτων.

Σίγουρα η χρηματοδότηση στα πλαίσια της ΚΑΠ και του Ταμείου Ανασυγκρότησης για την περίοδο 2021-2028 αποτελούν τη βασική γραμμή «base line» απαραίτητη για την άσκηση της γεωργικής δραστηριότητας και την επιβίωση του πρωτογενή τομέα στη Ελλάδα. Από τα 72 δισ. ευρώ, τα 30 δισ. ευρώ φαίνεται να αφορούν τον πρωτογενή τομέα. Δεν αποτελούν όμως όπως έχει δείξει η προηγούμενη εμπειρία και την αναγκαία συνθήκη για τον παραγωγικό μετασχηματισμό του οικοσυστήματος της ελληνικής γεωργίας, που είναι αναγκαίος για την προσαρμογή της στην τριπλή πρόκληση της παραγωγής ποιοτικών τροφίμων, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της παραγωγικής ανταγωνιστικότητάς της για την επίτευξη ικανοποιητικού εισοδήματος και κοινωνικής συνοχής στην ύπαιθρο.

Αυτό για να γίνει πρέπει το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο 2020-2030 να συμπεριλάβει ορισμένες επιπρόσθετες, αλλά κρίσιμες αποφάσεις και ενέργειες σε εθνικό επίπεδο για να μπορέσει η ελληνική γεωργία να σταθεί στα πόδια της σήμερα, αλλά κυρίως στο μέλλον. Για τον μετασχηματισμό δεν αρκεί η καταγραφή των προβλημάτων, απαιτούνται κυρίως έξυπνες λύσεις σε εθνικό επίπεδο που θα εντάσσονται όμως στη γενικότερη στρατηγική της ΕΕ για την Πράσινη Συμφωνία (Green Deal) όπως εξειδικεύεται στη γεωργία με το Από το Χωράφι στο Πιάτο (From Farm to Fork). Εξυπνες λύσεις στη διαχείριση των φυσικών πόρων, έξυπνες λύσεις στην παραγωγική διαδικασία και τη χρήση εισροών και ενέργειας αλλά και λύσεις για τη διευκόλυνση της διείσδυσης και της χρήσης των νέων τεχνολογιών της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης που είναι πλέον σε εφαρμογή. Η πολιτεία οφείλει να προετοιμαστεί για να αντιμετωπίσει τις νέες απαιτήσεις που θέτει το From Farm to Fork στα πλαίσια του Green Deal, που αφορούν:

  1. Μείωση κατά 50% στη συνολική χρήση χημικών φυτοφαρμάκων – και για τα επικίνδυνα φυτοφάρμακα αυτό να γίνει μέχρι το 2030.
  2. Μείωση της χρήσης λιπασμάτων κατά τουλάχιστον 20%.
  3. Μείωση απώλειας θρεπτικών συστατικών τουλάχιστον κατά 50% το 2030.
  4. Βελτίωση της ποιότητας του νερού.
  5. Ολοκλήρωση γρήγορης ευρυζωνικής σύνδεσης για πρόσβαση στο Διαδίκτυο των αγροτικών περιοχών.
  6. Αύξηση γης για βιοποικιλότητα, συμπεριλαμβανομένων γεωργικής έκτασης με χαρακτηριστικά τοπίου υψηλής ποικιλομορφίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η καταγραφή αντίστοιχων έξυπνων λύσεων όσα και τα προβλήματα που διαπιστώνονται δεν είναι σωστή προσέγγιση. Αντίθετα είναι πιο αποτελεσματική η επιλογή έξυπνων λύσεων σε λιγότερα αντικείμενα ή τομείς, πλην όμως καθοριστικά που θα δημιουργήσουν ένα νέο περιβάλλον, ένα νέο φιλικό οικοσύστημα, αποδοχής τους που επηρεάζει και άλλες πτυχές της γεωργικής παραγωγικής δραστηριότητας ενισχύοντας το αειφορικό πρόσημο. Αυτοί οι τομείς κατά τη γνώμη μου είναι αλληλένδετοι και μπορούν να μετασχηματίσουν έξυπνα την ελληνική γεωργία και είναι: α) το νερό και η διαχείρισή του, β) η ενέργεια σε συνδυασμό με τη χρήση ΑΠΕ και γ) η κάλυψη του τεχνολογικού και ψηφιακού χάσματος με την εισαγωγή αυτοματισμών και της σύγχρονης τεχνολογίας ακριβείας.

Θεωρώντας ότι αυτοί οι τρεις τομείς παρέμβασης θα επηρεάσουν οριζόντια όλες τις παραγωγικές διαδικασίες της γεωργικής παραγωγής και θα φέρουν πιο γρήγορα στην πράξη το επιθυμητό αποτέλεσμα. Είναι σίγουρο ότι υπάρχουν και άλλες προσεγγίσεις στην ανάλυση για το τι πρέπει να γίνει. Η αειφορική παραγωγική γεωργία έχει ως πρώτες προτεραιότητες αυτές τις παρεμβάσεις. Γιατί χωρίς αειφορική παραγωγή ποιοτικών τροφίμων δεν μπορούμε να μιλάμε για διατροφική επάρκεια, μεταποίηση, εξαγωγές, εξωστρέφεια, δίκτυα εμπορίας κ.λπ. σε έναν κόσμο που θεωρεί ως πρώτο του μέλημα την προστασία των φυσικών πόρων και την μείωση των κινδύνων από την κλιματική αλλαγή.

Ο Μόσχος Κορασίδης είναι γεωπόνος, αναπληρωτής γραμματέας Τομέα Περιβάλλοντος του Κινήματος Αλλαγής, τ. γενικός γραμματέας ΥΠΑΑΤ

ΠΗΓΗ: in.gr

Δείτε επίσης