Πόσο αλλάζει η πολιτική της ΕΕ για τα ΠΟΠ προϊόντα;

Του Δρ. Νίκου Διαμαντίδη

 

Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που η ΕΕ επιχειρεί να διαφοροποιήσει μια πολιτική της ώστε να επιτύχει ακόμη καλύτερα αποτελέσματα σε κάποιο οικονομικό τομέα. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία δεν ξεκινά αυτόματα. Πάντα ξεκινά έχοντας κάποια ερεθίσματα συνήθως από την αγορά, και ενίοτε από συγκεκριμένα lobbies.

Στο πλαίσιο της ευρύτερης Κοινής Γεωργικής Πολιτικής της, η ΕΕ έχει υιοθετήσει μια ιδιαίτερη πολιτική η οποία αφορά στα συστήματα (ή σχήματα) ποιότητας μέσω των οποίων επιδιώκεται η προστασία συγκεκριμένων προϊόντων και η προβολή των μοναδικών τους χαρακτηριστικών.

Με απόλυτο σεβασμό στην αξία που πρεσβεύουν τα προϊόντα με προστατευόμενη ονομασία και, με γνώμονα το ενδιαφέρον που έχει αναπτυχθεί γύρω από την πλατφόρμα deligate όχι μόνο από το καταναλωτικό κοινό αλλά και από τις επιχειρήσεις που παράγουν τα ΠΟΠ και ΠΓΕ προϊόντα της Ελλάδας θεωρούμε υποχρέωση μας να αναδείξουμε τη σημασία της πολιτικής της ΕΕ για τα ΠΟΠ προϊόντα και των προοπτικών αλλαγής της

Θα προσπαθήσουμε να την παρουσιάσουμε όσο πιο απλά γίνεται προκειμένου να γίνει απόλυτα κατανοητή ακόμη και από όσους δεν τη γνωρίζουν.

 

Οι βασικές πτυχές της πολιτικής για τα ΠΟΠ προϊόντα

Ας υποθέσουμε ότι σε έναν συγκεκριμένο τόπο καλλιεργείται επί χρόνια ένα γεωργικό προϊόν (π.χ. μελιτζάνα). Το προϊόν αυτό έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία οφείλονται στον τόπο παραγωγής του και στις ειδικές πρακτικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί. Μετά από αρκετά χρόνια συνεχούς τροφοδοσίας της αγοράς, το προϊόν αυτό ζητείται στην αγορά με ένα συγκεκριμένο όνομα (π.χ. τσακώνικη μελιτζάνα). Στο πλαίσιο της πολιτικής της ΕΕ που αναφέρουμε παραπάνω, η συγκεκριμένη ονομασία δηλαδή το όνομα «τσακώνικη μελιτζάνα» έχει κριθεί σκόπιμο ότι πρέπει να προστατευτεί (Πυλώνας 1: Προστασία). Να προστατευτεί όμως για ποιο λόγο; Ο κυριότερος λόγος είναι για να μην παραπλανάται ο καταναλωτής. Έτσι η ονομασία «τσακώνικη μελιτζάνα» μπορεί να χρησιμοποιείται στην αγορά μόνο για τις μελιτζάνες που παράγονται στο Λεωνίδιο σύμφωνα με συγκεκριμένες προδιαγραφές οι οποίες έχουν θεσμοθετηθεί. Πέραν αυτού η ΕΕ έχει καθιερώσει ένα συγκεκριμένο σήμα με το οποίο μπορούν εύκολα και γρήγορα οι καταναλωτές να αναγνωρίζουν όχι μόνο την αυθεντική τσακώνικη μελιτζάνα αλλά όλα τα προϊόντα των οποίων η ονομασία προστατεύεται (Πυλώνας 2: Σήμα). Η δυνατότητα χρήσης του συγκεκριμένου σήματος δίνεται μόνο σε όσους ακολουθούν τις προδιαγραφές παραγωγής και ελέγχεται από τις αρμόδιες κρατικές αρχές (Πυλώνας 3: Έλεγχος). Παράλληλα η ΕΕ καταβάλλει προσπάθειες για την προβολή των προϊόντων των οποίων η ονομασία προστατεύεται (Πυλώνας 4: Προβολή).

Από την απλή αυτή παρουσίαση προκύπτει ότι η πολιτική εστιάζει σε 4 σημεία - πυλώνες: προστασία, σήμα, έλεγχος, προβολή. Η πολιτική αυτή εφαρμόζεται με μικρές σχετικά παραλλαγές εδώ και περίπου 30 χρόνια.

 

Ποια είναι τα μέχρι τώρα αποτελέσματα της πολιτικής για τα ΠΟΠ προϊόντα;

Μετά από τα 30 αυτά χρόνια η εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής έχει να επιδείξει:

  • μια βάση δεδομένων (e-ambrosia) στην οποία έχουν καταχωρηθεί περίπου 3.400 ονομασίες προϊόντων οι οποίες προστατεύονται. Η προστασία αυτή όμως ισχύει απόλυτα μόνο εντός ΕΕ. Για το εμπόριο των προϊόντων αυτών εκτός ΕΕ εφαρμόζονται διμερείς συμφωνίες της ΕΕ με τις τρίτες Χώρες όπου η προστασία αφορά μόνο συγκεκριμένα προϊόντα.
  • ένα μηχανισμό επισήμανσης των προϊόντων με προστατευόμενη ονομασία. Ο μηχανισμός επισήμανσης παρουσιάζει παραλλαγές μεταξύ επιμέρους κατηγοριών (γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα, οίνοι, αλκοολούχα ποτά). Η σήμανση γίνεται ή με την αναφορά στις συσκευασίες των προϊόντων των ενδείξεων «Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης», «Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη» ή «Εγγυημένο Παραδοσιακό Ιδιότυπο Προϊόν» ή/και με την παράθεση των αντίστοιχων σημάτων -ευρωπαϊκών λογοτύπων
  • μια αγορά, η αξία της οποίας υπολογίζεται ότι σε ετήσια βάση υπερβαίνει οριακά τα 77 δις €. Στην αγορά αυτή ορισμένα προϊόντα με προστατευόμενη ονομασία έχουν καταφέρει να διατίθενται σε τιμές που μπορεί να φτάσουν μέχρι και 4 φορές παραπάνω από τις τιμές ομοειδών προϊόντων χωρίς προστασία. Κατά μέσο όρο η αξία των προϊόντων με προστατευόμενη ονομασία είναι περίπου διπλάσια της αξίας των ομοειδών τους προϊόντων.

Θα θεωρούσε λοιπόν κανείς ότι πρόκειται για μια επιτυχημένη πολιτική. Για μια πολιτική που θα μπορούσε να συνεχιστεί χωρίς προσαρμογές. Είναι όμως έτσι; Μπορεί να βελτιωθεί ώστε να γίνει πιο αποτελεσματική και πιο αποδοτική; Μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει συνολικά η ευρωπαϊκή γεωργία; Αυτά είναι μόνο μερικά από τα ερωτήματα που έθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον ίδιο της τον εαυτό. Ερωτήματα τα οποία απαντήθηκαν σε πρώτη φάση από ειδικούς (experts) που ανέλαβαν την αξιολόγηση της πολιτικής. Οι διαπιστώσεις και οι προτάσεις των ειδικών έχουν τεθεί εδώ και λίγο χρόνο σε οργανωμένη δημόσια διαβούλευση ώστε όλοι οι εμπλεκόμενοι να τοποθετηθούν.

 

Ποιες είναι οι αλλαγές που θα γίνουν στην πολιτική για τα ΠΟΠ προϊόντα;

Μέχρι να ολοκληρωθεί η δημόσια διαβούλευση και μέχρι να ψηφιστούν οι νέοι κανονισμοί κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Ωστόσο από τις διαπιστώσεις της αξιολόγησης και το γενικό πλαίσιο των ερωτημάτων της δημόσιας διαβούλευσης μπορούν ν’ ανιχνευτούν ορισμένες τάσεις.

Η 1η τάση αφορά στη διαδικασία κατοχύρωσης. Ο χρόνος που απαιτείται για την κατοχύρωση μιας νέας προστατευόμενης ονομασίας σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθείται είναι μεγάλος. Συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 ετών. Εκτιμάται ότι θα υπάρξουν απλοποιήσεις στη διαδικασία ώστε να περιοριστούν οι σχετικοί χρόνοι.

Η 2η τάση αφορά στην επικοινωνία των συστημάτων ποιότητας στο καταναλωτικό κοινό. Έχει διαπιστωθεί ότι τα συστήματα (ή σχήματα) ποιότητας που έχουν καθιερωθεί με την πολιτική αυτή όχι μόνο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά στο καταναλωτικό κοινό αλλά προκαλούν και σύγχυση λόγω των μικρών μεταξύ τους διαφοροποιήσεων. Η σύγχυση αυτή εντείνεται καθώς η χρήση των σημάτων δεν είναι υποχρεωτική σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες. Για παράδειγμα στην κατηγορία κρασιά δεν είναι υποχρεωτική η χρήση του σήματος στις φιάλες ενώ στις συσκευασίες γεωργικών προϊόντων και τροφίμων είναι. Στη δημόσια διαβούλευση που διεξάγεται τίθενται ερωτήματα που σχετίζονται με τη βελτίωση της αναγνωρισιμότητας των συστημάτων ποιότητας όπως η προαιρετική χρήση των σημάτων σε όλες τις κατηγορίες, η αντικατάσταση των υπαρχόντων σημάτων/λογοτύπων με ένα νεότερο το οποίο θα είναι κοινό  κλπ.

Η 3η τάση αφορά στην παρακολούθηση της αγοράς των προστατευόμενων προϊόντων. Σε κάποιες χώρες η παρακολούθηση της αγοράς (με όρους εκτάσεων, ποσοτήτων παραγωγής, αξίας παραγωγής, εξαγωγών κλπ) γίνεται με συστηματικό τρόπο ενώ σε άλλες δεν υπάρχει καθόλου παρακολούθηση. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η προοπτική της δημιουργίας φορέα διαχείρισης της κάθε προστατευόμενης ονομασίας/γεωγραφικής ένδειξης σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.

Η 4η τάση αφορά στην καλύτερη ενσωμάτωση πτυχών όπως η προστασία του περιβάλλοντος και η ευζωία των ζώων στα συγκεκριμένα συστήματα ποιότητας καθώς και στη ενίσχυση της έρευνας για τη διατροφική/θρεπτική αξία των ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων

Από τις παραπάνω τάσεις φαίνεται ότι ιδιαίτερη σημασία θα δοθεί σε αυτήν που αφορά στην επικοινωνία των συστημάτων ποιότητας στο καταναλωτικό κοινό. Από έρευνες που έχουν διεξαχθεί στο καταναλωτικό κοινό προκύπτει ότι υπάρχει σημαντική δυσκολία στη διάκριση μεταξύ των διαφορετικών συστημάτων. Το 60% του δείγματος των ερωτηθέντων αντιλαμβάνονταν ορισμένες διαφορές στην έννοια μεταξύ ΠΟΠ & ΠΓΕ και το 40% δεν αντιλαμβάνονταν καμία διαφορά. Επιπλέον από άλλες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του Strength2Food project (2019) διαπιστώθηκε ότι τα συστήματα αλλά και τα σήματα ποιότητας δεν επηρεάζουν τις καταναλωτικές συνήθειες στο κατάστημα. Οι καταναλωτές βασίζονται κυρίως στις προηγούμενες εμπειρίες τους, στις γνώσεις που έχουν και σε τυχόν συστάσεις από τον κοινωνικό τους περίγυρο παρά στους ισχυρισμούς των παραγωγών. Αυτό συμβαίνει γιατί σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για αγορές ρουτίνας οι οποίες βασίζονται σε παράγοντες όπως οι συνήθειες, η γεύση και η φήμη, και όχι η πιστοποίηση. Με άλλα λόγια αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται μεγάλος δρόμος να διανυθεί προκειμένου η πιστοποίηση ή το σήμα να ενταχθεί στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τις αγορές ρουτίνας.

 

Και ποια είναι η προσέγγιση της Ελληνικής πολιτείας;

Η χώρα μας κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών έχει καταφέρει να καταχωρήσει 275 ονομασίες στην ευρωπαϊκή βάση με τις ονομασίες προέλευσης. Κάποιες από αυτές είναι εξαιρετικά γνωστές (π.χ. Ούζο, Τσίπουρο, Τσικουδιά, Φέτα, Ελιά Καλαμάτας κλπ) και άλλες είναι πολύ λίγο αναγνωρίσιμες. Η συνολική αξία της αγοράς που έχει διαμορφωθεί γύρω από τα 275 αυτά προϊόντα εκτιμάται ότι σε ετήσια βάση κυμαίνεται κοντά στα 1,2 δις. Πρόκειται για έναν πραγματικό θησαυρό ο οποίος έχει πολλά περιθώρια για να μεγαλώσει συνεισφέροντας στη διατήρηση της ποικιλομορφίας της αγροτικής παραγωγής, στη συγκράτηση πληθυσμού στην ύπαιθρο, στη διαιώνιση φιλικών προς το περιβάλλον καλλιεργητικών πρακτικών καθώς και τοπικών παραδόσεων, στην προσέλκυση επισκεπτών σε επιμέρους περιοχές της πατρίδας μας.

Για την ανάδειξη του θησαυρού αυτού πολλά έχουν γίνει και ακόμη περισσότερα μπορούν να γίνουν. Συλλογικές και μεμονωμένες πρωτοβουλίες. Άλλες υπό την αιγίδα του αρμόδιου Υπουργείου και άλλες όχι. Άλλες με θετικό αντίκτυπο και άλλες με αρνητικό. Ενέργειες προώθησης για επιλεγμένα προϊόντα και δράσεις προβολής προϊόντων ενός τόπου ή μιας περιοχής ολόκληρης. Δράσεις που αναδεικνύουν τη γαστρονομική-πολιτιστική-διατροφική μας κληρονομιά. Έχει έρθει όμως η ώρα να διαμορφωθεί ένα πιο συνεκτικό και ολοκληρωμένο πλαίσιο πρωτοβουλιών που να ενισχύσει την εικόνα και τις γνώσεις που διαθέτει το καταναλωτικό κοινό όχι μόνο για τα ΠΟΠ προϊόντα αλλά και για την εθνική πολιτική στήριξης τους. Και δεν υπάρχει καλύτερη ευκαιρία από την παρούσα, όπου η πολιτική της ΕΕ για τα ΠΟΠ προϊόντα βρίσκεται σε διαβούλευση.

 

 

 

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις