Η τιμητική πλακέτα που του απονεμήθηκε στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αποτέλεσε μια οφειλόμενη αναγνώριση σε έναν δημόσιο λειτουργό που εργάστηκε μακριά από τα φώτα, αλλά βρέθηκε κοντά στις αποφάσεις που άλλαξαν τον παραγωγικό και ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.
Η πλακέτα ήταν μικρή σε σχέση με τη διαδρομή που κλήθηκε να συμβολίσει. Σε μια ιδιαίτερα συγκινητική εκδήλωση στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο Μαργαρίτης Σχοινάς απένειμε τιμητική διάκριση στον Επίτιμο Διευθυντή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Άγγελο Ζαχαρόπουλο, αναγνωρίζοντας τη μακρόχρονη προσφορά του στην ελληνική γεωργία και στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Η τελετή, ωστόσο, δεν είχε ως πραγματικό αντικείμενο έναν τίτλο ή μία ακόμη υπηρεσιακή διάκριση. Ήταν ένας φόρος τιμής σε έναν άνθρωπο που συνέδεσε το όνομά του με ορισμένες από τις πιο κρίσιμες σελίδες της μεταπολεμικής αγροτικής ανάπτυξης: με την αξιοποίηση του νερού, τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα, την οργάνωση ενός σύγχρονου γεωργικού κράτους και, αργότερα, με τη δύσκολη διαπραγμάτευση για την ένταξη της Ελλάδας στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
Ο Άγγελος Ζαχαρόπουλος γεννήθηκε το 1928 στην Καστανιά των Αγράφων, στην Καρδίτσα. Από εκεί, από έναν ορεινό τόπο που γνώριζε καλά τη στέρηση αλλά και την αξία της γης, ξεκίνησε μια διαδρομή που θα τον οδηγούσε στην Αθήνα, στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες και στα τραπέζια όπου σχεδιαζόταν η θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή γεωργία.
Σπούδασε γεωπόνος στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, από το 1946 έως το 1951. Αργότερα, ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, φοίτησε στην École Nationale du Génie Rural στο Παρίσι, με ειδίκευση στα έργα υποδομής της γεωργίας. Το 1958 έγινε ο πρώτος Έλληνας διπλωματούχος της συγκεκριμένης σχολής, αποκτώντας παράλληλα την επιστημονική ταυτότητα του πολιτικού μηχανικού.
Ο συνδυασμός γεωπονίας και μηχανικής δεν ήταν για εκείνον μια ακαδημαϊκή πολυτέλεια. Αποτέλεσε το βασικό εργαλείο της δημόσιας διαδρομής του. Τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν η αγροτική ανάπτυξη περνούσε σε μεγάλο βαθμό μέσα από το νερό, τις αρδεύσεις και τις υποδομές, εργάστηκε στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή προγραμμάτων που άλλαξαν τις παραγωγικές δυνατότητες ολόκληρων περιοχών.
Στη Θεσσαλία συνδέθηκε με το Πρόγραμμα Ανάπτυξης Υπογείων Υδάτων, μέσω του οποίου αρδεύτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα. Στην Κεντρική Μακεδονία εργάστηκε για την αξιοποίηση των πηγών του Ανατολικού Βερμίου, εξασφαλίζοντας αρδευτικό νερό σε εκτάσεις της Βέροιας, της Νάουσας και της Έδεσσας. Στην Κρήτη συνέβαλε στην ανάπτυξη των υδάτινων πόρων της ανατολικής πλευράς του νησιού, με παρεμβάσεις που αφορούσαν την πεδιάδα της Μεσσαράς, την Ιεράπετρα και τη Σητεία.
Τα προγράμματα αυτά υλοποιήθηκαν σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς, όπως η Διεθνής Τράπεζα, το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών και ο ΟΟΣΑ. Ήταν η εποχή κατά την οποία η δημόσια διοίκηση δεν περιοριζόταν στη διαχείριση των προβλημάτων, αλλά επιχειρούσε να δημιουργήσει τις υποδομές μιας παραγωγικότερης υπαίθρου.
Η δεύτερη μεγάλη περίοδος της διαδρομής του άρχισε όταν η Ελλάδα εισήλθε στην τελική ευθεία των διαπραγματεύσεων για την ένταξή της στην ΕΟΚ. Η γεωργία ήταν τότε ίσως το δυσκολότερο κεφάλαιο. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική απορροφούσε σχεδόν το 70% του κοινοτικού προϋπολογισμού, ενώ περίπου το 30% του ελληνικού πληθυσμού συνδεόταν με τον αγροτικό τομέα.
Στον Άγγελο Ζαχαρόπουλο ανατέθηκε η οργάνωση και η διεύθυνση της νέας Υπηρεσίας Σχέσεων Ελλάδας–Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Υπουργείο Γεωργίας. Από τη θέση του γενικού διευθυντή συμμετείχε στην πενταμελή Κεντρική Επιτροπή Διαπραγματεύσεων, η οποία χειρίστηκε τις συνομιλίες για την ένταξη σε επίπεδο αναπληρωτών υπουργών.
Ο ίδιος θα περιέγραφε αργότερα τη διαπραγμάτευση με μια χαρακτηριστική φράση: «Δεν ήταν περίπατος». Η πολιτική βούληση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν η αφετηρία, αλλά πίσω από αυτήν βρισκόταν μια επίπονη τεχνική εργασία. Έπρεπε να μελετηθούν εκατοντάδες κοινοτικοί κανονισμοί, να αναλυθούν οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής παραγωγής και να εξασφαλιστούν ρυθμίσεις που δεν θα άφηναν τη χώρα εκτεθειμένη στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.
Η ελληνική πλευρά είχε απέναντί της τις ισχυρές αντιδράσεις των γεωργικών οργανώσεων της Νότιας Γαλλίας και της Νότιας Ιταλίας. Οι παραγωγοί των περιοχών αυτών φοβούνταν ότι η είσοδος της Ελλάδας και, αργότερα, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό στα μεσογειακά προϊόντα, στο ελαιόλαδο, στα οπωροκηπευτικά, στο κρασί και στον καπνό.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ζαχαρόπουλος δεν περιορίστηκε στην τεχνική διαχείριση των φακέλων. Αξιοποίησε τη γνώση του γαλλικού διοικητικού συστήματος, τη γλώσσα και τις προσωπικές επαφές που είχε δημιουργήσει κατά τις σπουδές του στο Παρίσι. Μία από τις χαρακτηριστικές ιστορίες που κατέγραψε αργότερα αφορά την προσπάθειά του να προσεγγίσει τον τότε Γάλλο υπουργό Γεωργίας Πιερ Μεενιερί, από τη στάση του οποίου εξαρτιόταν σε σημαντικό βαθμό η άρση των γαλλικών επιφυλάξεων.
Μια επίσκεψη στο Ναύπλιο, οι κοινές αναφορές στις γαλλικές Grandes Écoles και μια συζήτηση μακριά από το τυπικό περιβάλλον των διαπραγματεύσεων συνέβαλαν στη δημιουργία ενός διαύλου επικοινωνίας. Είναι μια μικρή ιστορία, αλλά αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο διεξάγονταν τότε οι μεγάλες διαπραγματεύσεις: με τεχνική προετοιμασία, επιμονή, προσωπική αξιοπιστία και κατανόηση των ισορροπιών.

Στο πεδίο της γεωργίας, η συμβολή του συνδέθηκε με τρεις κρίσιμες παρεμβάσεις. Η πρώτη ήταν η αποτροπή μιας ξεχωριστής πενταετούς προενταξιακής φάσης προσαρμογής, κατά την οποία η Ελλάδα θα έπρεπε να χρηματοδοτεί σε σημαντικό βαθμό τη γεωργική της πολιτική με εθνικούς πόρους, χωρίς να απολαμβάνει πλήρως τα οφέλη της ΚΑΠ.
Η δεύτερη ήταν η δημιουργία του Προγράμματος Ανάπτυξης της Ορεινής Ηπειρωτικής Ελλάδας, το οποίο μετά την ένταξη απέκτησε κοινοτική υπόσταση και διοχέτευσε σημαντικούς πόρους στις ορεινές περιοχές. Για έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί στα Άγραφα, η προστασία του ορεινού χώρου δεν αποτελούσε μια αφηρημένη διοικητική υπόθεση, αλλά ζήτημα βιωμένης εμπειρίας.
Η τρίτη και ίσως περισσότερο αναγνωρίσιμη παρέμβαση αφορούσε το βαμβάκι. Το προϊόν δεν καλλιεργούνταν στην ΕΟΚ των εννέα και, κατά συνέπεια, δεν υπήρχε ευρωπαϊκό καθεστώς στήριξής του. Η Ελλάδα έπρεπε να διαπραγματευτεί έναν εντελώς νέο μηχανισμό.
Η συμφωνία που επιτεύχθηκε προσέφερε ισχυρή κοινοτική στήριξη στη βαμβακοκαλλιέργεια και συνέβαλε αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη περιοχών της Θεσσαλίας και ιδιαίτερα της Καρδίτσας. Πίσω από τις ενισχύσεις που για δεκαετίες θεωρήθηκαν σχεδόν αυτονόητες, υπήρξε μια σκληρή διαπραγμάτευση για ένα προϊόν το οποίο μέχρι τότε δεν είχε θέση στο κοινοτικό γεωργικό οικοδόμημα.
Μετά την αποχώρησή του από το Υπουργείο Γεωργίας, ο Άγγελος Ζαχαρόπουλος συνέχισε τη διαδρομή του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ανέλαβε διαπραγματεύσεις για γεωργικά θέματα με τις χώρες της Μεσογείου, καθώς και με κράτη της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού. Από αυτή τη θέση συνέβαλε στην προώθηση της ευρωπαϊκής πορείας της Κύπρου και στην υποστήριξη των ελληνικών θέσεων στις σχέσεις ΕΟΚ–Τουρκίας.
Η ευρωπαϊκή του υπηρεσία ολοκληρώθηκε το 1993, στον τομέα της ανάπτυξης, όπου είχε την ευθύνη μελετών και επίβλεψης έργων υποδομής στην Ανατολική και τη Νότια Αφρική. Εκεί εργάστηκε και για την ενίσχυση της συμμετοχής ελληνικών μελετητικών και κατασκευαστικών εταιρειών σε έργα που χρηματοδοτούνταν από ευρωπαϊκούς πόρους.
Η προσφορά του αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τιμήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με τη Λεγεώνα της Τιμής, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επί προεδρίας Ζακ Ντελόρ, από το Υπουργείο Εξωτερικών, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου και έγινε επίτιμο μέλος της Ελληνικής Γεωργικής Ακαδημίας.

Παράλληλα, κατέγραψε τη διαδρομή και τις μνήμες του σε βιβλία και άρθρα. Στην «Οδύσσεια της ευρωπαϊκής μας πορείας», στα «Ταραγμένα χρόνια 1940–1950», στο «Σαράντα χρόνια στην ΕΟΚ–Ε.Ε. – Πώς φθάσαμε» και, πιο πρόσφατα, στο «Αποτύπωμα μιας διαδρομής», επιχείρησε να μεταφέρει στις νεότερες γενιές όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και το πνεύμα μιας εποχής κατά την οποία η ευρωπαϊκή θέση της χώρας έπρεπε να κερδηθεί βήμα προς βήμα.
Κατά την τελετή στο Υπουργείο, ο Μαργαρίτης Σχοινάς τον χαρακτήρισε άνθρωπο που «διαμόρφωσε την πορεία μιας χώρας, χωρίς ποτέ να επιδιώξει τα φώτα της δημοσιότητας». Υπογράμμισε ακόμη ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές επιτυχίες δεν γεννιούνται μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ούτε μέσα από πανηγυρικές ανακοινώσεις, αλλά είναι αποτέλεσμα γνώσης, προετοιμασίας και επίμονης διαπραγμάτευσης.
«Ο Άγγελος Ζαχαρόπουλος υπήρξε ένας από εκείνους τους ανθρώπους που υπηρέτησαν την Ελλάδα, υπηρετώντας ταυτόχρονα και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα», ανέφερε.
Ο ίδιος παρέλαβε εμφανώς συγκινημένος την τιμητική διάκριση. Στην παρέμβασή του απέδωσε όσα επιτεύχθηκαν όχι σε ένα πρόσωπο, αλλά σε μια συλλογική προσπάθεια στελεχών που πίστεψαν στις δυνατότητες της χώρας και εργάστηκαν με προσήλωση στο δημόσιο συμφέρον.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο ακριβής αποτίμηση της διαδρομής του. Ο Άγγελος Ζαχαρόπουλος ανήκει σε μια γενιά δημοσίων λειτουργών που δεν αντιμετώπισε την Ευρώπη ως έναν απλό μηχανισμό χρηματοδότησης, αλλά ως πεδίο στο οποίο η χώρα όφειλε να προετοιμάζεται, να διαπραγματεύεται και να διεκδικεί.
Σήμερα, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητεί εκ νέου την κατεύθυνση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και η ελληνική γεωργία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες αβεβαιότητες, η παρακαταθήκη του αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα.
Υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε ευρωπαϊκό κανονισμό, κάθε αναπτυξιακό πρόγραμμα και κάθε δικαίωμα που θεωρείται δεδομένο, υπήρξαν κάποτε άνθρωποι που χρειάστηκε να το σχεδιάσουν, να το υπερασπιστούν και τελικά να το κερδίσουν.
