Τα φυτα της Ελλάδας (Plants of Greece)

Η ζητιά

 Ανάμεσα στα ξεχωριστά φυτικά είδη της Ρόδου συμπεριλαμβάνεται και η λικιδάμβαρη (Liquidambar orientalis) ή ζητιά το μοναδικό στην Ελλάδα δάσος ξητιάς που μοιάζει από μακριά με πλατάνι και εξαπλώνεται φυτογεωγραφικά στη Μικρά Ασία, την Κύπρο και τη Ρόδο.
Σε πρόσφατες παλαιοβοτανικές έρευνες σε πλειοπλειστοκαινικές αποθέσεις στη Ρόδο ανακαλύφθηκαν απολιθωμένα φύλλα και καρποί του είδους Liquidambar europaea, ηλικίας 1,6 εκατ. ετών. Έτσι, δεν μένει πλέον καμία αμφιβολία ότι το Liquidambar orientalis είχε τη γεωιστρρική του εξέλιξη στη Ρόδο. Εξάλλου, η σημερινή δασική βλάστηση της Ρόδου είναι προϊόν της εξελικτικής πορείας των φυτών του παρελθόντος, που διήρκεσε εκατομμύρια χρόνια.
Το γένος εξαπλώνεται από την ανατολική Ασία, μέσω της Μικρός Ασίας, προς τη βόρεια και κεντρική Αμερική. Απολιθώματα ειδών Liquidambar έχουν βρεθεί στη Βόρεια Αμερική και την Αρκτική, αλλά και στην Ευρώπη, όπου η ηλικία τους κυμαίνεται από 1,6 εκατ. έτη -όση είναι και η ηλικία των ευρημάτων της Ρόδου- έως και 25 εκατ. έτη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι σε παλαιότερες γεωλογικές εποχές Ολιγόκαινου και Μειόκαινου (25 έως 20 εκατ. χρόνια πριν) επικρατούν οι μορφές με τρεις λοβούς στο φύλλο, ενώ στο Πλειο-Πλειστόκαινο (3 έως 1,6 εκατ. χρόνια πριν) εμφανίζονται μορφές φύλλων με πέντε λοβούς, όπως στα δείγματα της Ρόδου, όπου παρατηρείται πλήρης ταύτιση των μορφολογικών γνωρισμάτων του σημερινού Liquidambar orientalis και του απολιθωμένου Liquidambar europaea.

 

 

Η συκιά

,Το σύκο αποτελούσε σημαντικό στοιχείο της διατροφής των μεσογειακών λαών στην αρχαιότητα, ήταν καλή πηγή εσόδων του αρχαίου αθηναϊκού κράτους. Στην αρχαιότητα τάιζαν τα ζώα που εξέτρεφαν για το συκώτι τους με σύκα, εξ' αιτίας της οποίας προέκυψε η ετυμολογική συγγένεια των λέξεων σύκο και συκώτι Το σύκο μάλλον σήμαινε στην αρχαιότητα το γυναικείο γεννητικό όργανο ως σεξουαλικό υπονούμενοΣτην Ελλάδα παράγονται σύκα, ενώ υπάρχουν και παραδοσιακές συνταγές για σύκο (γλυκό του κουταλιού αλλά και άλλες). γιατί η συκιά είναι μια από τις παράξενες περιπτώσεις στο φυτικό βασίλειο. Τα θηλυκά της άνθη είναι πολυάριθμα και μικροσκοπικά, βρίσκονται όμως κλεισμένα μέσα στο... σύκο. Οι συκιές έχουν συνήθως τα θηλυκά άνθη τους σε ξεχωριστά δέντρα από τα αρσενικά. Η αρσενική συκιά είναι αυτή που ο λαός θεωρεί άγρια και την ονομάζει «ορνό». Τα σύκα της δεν τρώγονται, περιέχουν όμως τα αρσενικά άνθη και είναι απαραίτητα για τη γονιμοποίηση των θηλυκών. Τη μεταφορά των γυρεόκοκκων αναλαμβάνει ένα μικροσκοπικό έντομο. Μετά τη γονιμοποίηση ακολουθεί η ωρίμαση των πολυάριθμων μικρών καρπών, που μένουν κολλημένοι στο παχύ, γλυκό και μαλακό τρίχωμα του σύκου. Όλα αυτά, λοιπόν, συμβαίνουν μέσα στο σύκο που, επειδή περιβάλλει τους πολυάριθμους καρπούς της συκιάς, αποτελεί μια «ταξικαρπία».
Η συκιά ήταν γνωστή από τους προϊστορικούς χρόνους. Κατά την ελληνική μυθολογία, σε συκιά μεταμορφώθηκε o τιτάνας Συκέας για να γλιτώσει από την οργή του Δία μετά την Τιτανομαχία. Τα σύκα ήταν από τα αγαπημένα φρούτα των Αθηναίων. Τόσο τα εκτιμούσαν ώστε απαγόρευαν την εξαγωγή τους. Την εποχή εκείνη «ο επ' αμοιβή καταδίδων τον παρανόμως εξάγοντα σύκα» ονομαζόταν «συκοφάντης». Αργότερα, επειδή γίνονταν ψευδείς καταγγελίες για τα χρήματα και μόνο, η λέξη απέκτησε το νόημα που έχει σήμερα Κατά τον 'Ομηρο, ο Λαέρτης αναγνώρισε τον Οδυσσέα επειδή αυτός του υπενθύμισε πού είχε φυτέψει τις σαράντα συκιές που του είχε δωρίσει.
Η συκιά απαντάται σε όλη σχεδόν την Ελλάδα. Καρποφορεί το δέκατο χρόνο της ηλικίας της και η καρποφορΐα της διαρκεί περισσότερα από 50 χρόνια. Τα σύκα καταναλώνονται νωπά, ως φρούτα, ή ξηρά, συσκευασμένα με ειδικό τρόπο. Μερικές φορές χρησιμοποιούνται και για την παραγωγή οινοπνεύματος.

 

 

 

Centaurea raphanina ή κενταύρια

Eνα από τα λιγότερο αγκαθωτά κενταύρια της Ελλάδας, η Centaurea raphanina, συναντάται
στην τυπική της μορφή (C. raphanina ssp. raphanina ) μέσα σε βράχους και πετρώδεις φρυγανικές εκτάσεις στο νότιο Αιγαίο (Κρήτη, Κάσο και Κάρπαθο). «Στα κενταύρια (πάνω από 70 είδη στην Ελλάδα και περισσότερα από 400 σ' ολόκληρο τον κόσμο) ανήκουν πολλά από τα φαρμακευτικά φυτά της αρχαιότητας και το όνομα του γένους συνδέεται άμεσα με τα "χιμαιρικά" αλογόμορφα πλάσματα των αρχαίων Ελλήνων», όπως μας πληροφορεί ο κ. Μ. Αβραμάκης, βοτανολόγος του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης. Ένα κενταύριο, το «μέγα κενταύριον», απροσδιόριστο βοτανικό είδος μέχρι σήμερα, χρησιμοποίησε και ο Χείρωνας, ο κένταυρος δάσκαλος του Ασκληπιού και παιδαγωγός του Αχιλλέα, για την πληγή στο πόδι που του έκανε κατά λάθος ο Ηρακλής, πληγή που τελικά έμεινε αγιάτρευτη και του κόστισε την αθανασία...

 

 

 

 

 

Οι τουλίπες της Χίου

 Στην Χίο φύονται τέσσερα είδη τουλίπας, τα τρία από τα οποία φύονται αποκλειστικά στην Χίο. Οι ντόπιοι τις ονομάζουν Λαλάδες.Τα είδη της τουλίπας στην Χίο είναι η Tulipa praecox , η Toulipa agenesis , η Tulipa clusiana και η Tulipa undulatifolia . Τις συναντάμε κυρίως στο κεντρικό και ίσως και στο νοτιοανατολικό μέρος του νησιού . Το πότε αρχήζουν να ανθίζουν εξαρτάται από το πόσο καλός είναι ο καιρός . Τα άνθη της τουλίπας δεν διατηρούνται πάνω από 7 με 10 μέρες.  Στη φύση οι «άγριες» τουλίπες έχουν σύντομο χρόνο άνθισης. Το γεγονός ότι ανθίζουν την άνοιξη όταν η ελληνική ύπαιθρος είναι ολάνθιστη, κάνει ασύμφορη την οικονομική τους αξιοποίηση. Θα μπορούσαμε άραγε να τις κάνουμε -με ειδική καλλιέργεια και φροντίδα-ν' ανθίζουν σε γλάστρες νωρίτερα, όταν τα υπόλοιπα λουλούδια είναι ακριβά. Ειδικά σε περιόδους γιορτών, όπως αυτή του Αγίου Βαλεντίνου στις 14 Φεβρουαρίου. Τα πρώτα συμπεράσματα των ερευνών, όπως παρουσιάζονται στη αναφορά του Περιβαλλοντικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αιγαίου «Τουλίπες στο νησί της Χίου και η πιθανή οικονομική τους εκμετάλλευση», δείχνουν ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό.
Ελάχιστοι Έλληνες γνωρίζουν ότι η Ολλανδία δεν έχει «άγριες» τουλίπες στο περιβάλλον της. Οι πασίγνωστες ολλανδικές τουλίπες έχουν ως κύρια προέλευση τους τη Μικρά Ασία και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου όπως η Χίος.
H τουλίπα πήρε το όνομα της από το κάλυμμα του κεφαλιού, το τουρμπάνι, που στα τουρκικά λεγόταν «tulip». Με κάποιες μετατροπές έγινε «ΐαΐίρ». Στην Τουρκία, όμως, όπως και στη Χίο, οι τουλίπες εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να ονομάζονται «λαλέδες». Τον Μάρτιο η κεντρική Χίος γίνεται ξαφνικά κατακόκκινη από τη θάλασσα των εξαίσιων τουλιπών που ανθίζουν. Ιδιαίτερα μέσα σε γεωργικές καλλιέργειες όπως στους ελαιώνες.
Φαίνεται πραγματικά περίεργο που κανένας ψ. από τους τόσους περιηγητές της Χίου δεν ανα­φέρει το εξαιρετικό φαινόμενο της παρουσίας των τουλιπών. Η παράλειψη αυτή μπορεί και να οφείλεται στο ότι η παρουσία του μαστιχοφόρου σχίνου στη Χίο, μια άλλη αποκλειστικότητα του νησιού, μονοπώλησε το ενδιαφέρον των επισκεπτών.'Οπως αναφέρει ο μελετητής της χλωρίδας της Χίου, Π. Σαλιάρης, στο βιβλίο του «Αγριο­λούλουδα της Ελλάδας» (1995), οι Ολλανδοί πρόξενοι στη Χίο του 16ου και του 17ου αιώνα έστελναν συνεχώς στη χώρα τους βολβούς τουλιπών για αξιοποίηση.

 

 

 

 

Κρίνοι, Το σύμβολο της αγνότητας μέσα από τα βάθη των αιώνων.

Με τη γενική ονομασία «κρίνοι» ή «κρινάκια» ο λαός μας εννοεί τουλάχιστον εκατό δια­φορετικά είδη φυτών. Ο πρώτος λαός που αγάπησε τους κρίνους ήταν οι Μινωΐτες της Κρήτης. Φαίνεται πιθανό οι κρίνοι να ήταν τα ιερά άνθη της μεγάλης Θεάς-Μητέρας, κυρίαρχης θεότητας της εποχής. Αργότερα, στα χρόνια των Μυκηναίων, όταν η θεά-μητέρα Διώνη αντι­καταστάθηκε από το Δία, ο λευκός κρίνος συνδέθηκε με τη σύζυγο του, την Ήρα. Με το πέρασμα από το δωδεκάθεο στο χριστιανισμό ο λευκός κρίνος έγινε το σύμβολο της Παναγίας.
Στην Ελλάδα φυτρώνουν πέντε από τα πραγματικά είδη κρίνων. Πιο γνωστός είναι ο λευκός παρθενικός κρίνος (Lilium candidum). Το είδος καλλιεργείται σε ολόκληρη την Ελλάδα και σπορα­δικά φυτρώνει άγριο, συνήθως σε βραχώδεις και απλησίαστες τοποθεσίες, όπως τα βράχια του Βίκου στην Ήπειρο ή των Τεμπών στη Θεσσαλία. Ο μεγαλύ­τερος άγριος πληθυσμός του βρίσκεται στο λόφο του Αγίου Αθανασίου, πάνω από την πόλη της Καστοριάς.
Ένα άλλο πολύ κοινό είδος είναι ο κόκκινος κρίνος (Lilium chalcedonicum), που φυτρώνει στα ξέφωτα των ορεινών δασών, από την Ήπειρο ως τον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα.
Υπάρχει και ο ροζ κρίνος (Lilium martagon), που πήρε το λατινικό όνομα του από το ρωμαϊκό θεό Martes , που είναι ο αντίστοιχος του Αρη. Το ύψος του μπορεί να φτάσει το μπόι ενός ανθρώπου. Φυτρώνει στην Πίνδο και στα βουνά της Ρούμελης.
Ο κίτρινος κρίνος της Ηπείρου {Lilium albanicum) είναι ο πιο μικρός. Το ύψος του δεν ξεπερνά τα 80 εκ., ενώ τα άνθη του τα 5 εκ. Φυτρώνει στη βόρεια Πίνδο, σε περιοχές με σερπεντινικά πετρώματα, όπως στο Σμόλικα, στη Βασιλίτσα, στη Βόλια Κάλντα κ.ά.
Τέλος, υπάρχει ο πανέμορφος κρίνος της Ροδόπης (Lilium rhodopaeum), με μεγάλα κίτρινα άνθη, που η διάμετρος τους φτάνει τα 10 εκ. Είναι ενδημικό είδος της οροσειράς της Ροδόπης, που φυτρώνει στα ξέφωτα.

 

 

 

 

Κρόκος ή σαφρόν,πολύτιμα μπαχαρικά των αρχαίων πολιτισμών

Ταξιδεύοντας στην Κοζάνη, δεν μπορείς παρά να προσέξεις την ιδιαιτερότητα του τοπίου. Η ομορφιά της περιοχής βρίσκεται στο έδαφος της, ικανό να αναθρέψει το χρυσάφι της γης, το σαφράνι ή ζαφορά. Πρόκειται για το ακριβότερο μπαχαρικό που παράγεται σε 4 μόνο περιοχές στον κόσμο από το φυτό Crocus Satuvis , δηλαδή τον κρόκο τον ήμερο ή εδώδιμο, που συχνά λέγεται καταχρηστικά σαφρόν. Με τα μοβ λουλούδια και τους κίτρινους στήμονες αποτελεί την πηγή ενός από τα παλαιότερα μπαχαρικά, αλλά και αρωματικά, καθώς λέγεται ότι τον χρησιμοποιούσαν η Κλεοπάτρα και οι εταίρες της αρχαίας Ελλάδας.
Ο κρόκος καλλιεργείται στην Κοζάνη εδώ και τρεις αιώνες, όταν έμποροι τον έφεραν από την Αυστρία. Από τότε η παραγωγή συνεχίζεται στα χωριά της περιοχής και κυρίως στον Κρόκο, έναν οικισμό που πήρε την ονομασία του από το φυτό. Το σαφρόν είναι ακριβό, όχι μόγο γιατί τα λουλούδια του είναι σπάνια και εφήμερα, αλλά και γιατί απαιτεί έντονη χειρωνκτική εργασία, καθώς τα εύθραυστα λουλούδια πρέπει να συλλεχτούν και να ξεδιαλεχτούν με το χέρι. Αφήστε που χρειάζονται περίπου 50.000 στίγματα του ύπερου για να πάρουμε μόλις 100 γραμμάρια από σαφρόν. Στον Κρόκο, οι αγρότες καλλιεργούν 10.000 στρέμματα που παράγουν περίπου 8 τόνους σαφρόν τον χρόνο. Ο κρόκος φυτεύεται καλοκαίρι και η συγκομιδή αρχίζει στα μέσα Οκτώβρη και διαρκεί λιγότερο από ένα μήνα. Οι αγρότες τότε τρέχουν και δεν φτάνουν, καθώς αν παραμείνουν τα στίγματα εκτεθειμένα πολύ χρόνο στον ήλιο ή τον αέρα, χάνουν το χρώμα και το άρωμα τους.
Το διάστημα που ακολουθεί, οι κάτοικοι του Κρόκου έχουν στα δάκτυλα τους κηλίδες από κιτρινο-κόκκινο χρώμα, απομεινάρια της ενασχόλησης τους με τη συγκομιδή του σαφρόν. Βίαιες κινήσεις στη συλλογή ή την επιλογή μπορούν να καταστρέψουν την πολύτιμη σοδειά, ενώ και η διαδικασία αποξήρανσης είναι πολύ ευαίσθητη, καθώς τότε τα στίγματα αναπτύσσουν το βαθυκόκκινο χρώμα τους, βασικό κριτήριο ποιότητας του σαφρόν.

 

 

 

 

Ο μυθικός μανδραγόρας

Στην Ελλάδα βρίσκεται σε περιοχές της Θεσσαλίας της Πελοποννήσου στη Στερεά και στα νησιά του Αιγαίου και είναι γνωστός και με τις ονομασίες σερνικοβότανο, καλάνθρωπος, μανδραγούδα, μεγαλοβοτάνι, αβγουδάτσα και άλλες.είναι ένα δηλητηριώδες φυτό των μεσογειακών χωρών, «ταπεινό» όπως ένα ραδίκι, χαμένο, όμως, μέσα στην ιστορία, την παράδοση και τις παράξενες δοξασίες. Δεν έχει βλαστό, και τα φύλλα του, που βγαίνουν το χειμώνα, εμφανίζονται γύρω από τη βάση του φυτού. Τα ιώδη άνθη του εμφανίζονται την άνοιξη, ενώ ο καρπός του είναι στην αρχή πράσινος και μετά πορτοκαλόχρωμος.
Το φυτό είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Βρέθηκε στους αιγυπτιακούς τάφους των Θηβών (1800 π.Χ.). Αναφέρεται από το Θεόφραστο, χρησιμοποιήθηκε από τον Ιπποκράτη ως αναισθητικό και γι' αυτό ο Διοσκουρίδης αφιερώνει μακρά αναφορά με πολυάριθμες χρήσεις, ακόμα και για προβλήματα που έχουν οι... ελέφαντες. Στη Βίβλο αναφέρεται για τις αφροδισια­κές ιδιότητες του, ενώ από το Μεσαίωνα άρχισαν να του αποδίδουν μαγικές ιδιότητες. Η ρίζα του, που θυμίζει ανθρώπινη φιγούρα, έδωσε αφορμή να τον θεωρήσουν προϊόν... μετεμψύχωσης ανθρώπου που έχει αυτοκτονήσει! Όποιος τον ξερίζωνε έχανε τη ζωή του, εκτός αν το ξερίζωμα του γινόταν νύχτα με πανσέληνο και ήταν παρών κι ένας μαύρος σκύλος δεμένος με σκοινί από το φυτό! Τη στιγμή, όμως, που το φυτό ξεριζωνόταν άφηνε μια οξεία κραυγή, που τρέλαινε όποιον την άκουγε!
Πέρα από αυτές τις δοξασίες, σήμερα γνωρίζουμε ότι ο μανδραγόρας περιέχει δραστικά αλκαλοειδή όπως η υοσκυαμίνη, η μανδραγορίνη και η σκοπολα-μΐνη. Τα αλκαλοειδή αυτά δρουν στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ). Γι' αυτό αρχικό σύμπτωμα της δηλητηρίασης από μανδραγόρα είναι η δυσκολία στην όραση, που ακολουθείται από παραλήρημα και οδηγεί σε καταστολή του ΚΝΣ και θάνατο. Σήμερα ο μανδρα­γόρας ελάχιστα χρησιμοποιείται στην ιατρική ή τη φαρμακευτική. Αλκαλοειδή με δράση ανάλογη αυτών του μανδραγόρα αλλά χωρίς επικίνδυνες παρενέργειες μπορούν να απομονωθούν κι από άλλα φυτά, όπως η άτροπος, η ευθάλεια ή ο υοσκύαμος.

Έτσι ένας μύθος αναφέρει ότι ο μανδραγόρας προέρχεται από το σπέρμα σατανικών ανθρώπων και το ξερίζωμα του μπορεί να επιφέρει τον θάνατο. Για να τον ξεριζώσουν χρησιμοποιούσαν κάποιο ζώο δένοντας στο πόδι του ένα σχοινί και την άλλη άκρη στη βάση του φυτού. Αφού κατάφερναν να το ξεριζώσουν πίστευαν ότι έκλαιγε σαν μωρό.
Ακόμη θεωρούσαν ότι αν πιεις το αφέψημα της ρίζας του θα κάνεις αρσενικά παιδιά, εξ ου και η ονομασία του σερνικοβότανο.
Ο μανδραγόρας είναι τοξικό φυτό περιέχει ατροπίνη, σκοπολαμίνη και υοσκυαμίνη που αποτελούν πολύτιμες φαρμακευτικές ουσίες και χρησιμοποιούνται ως αντισπασμωδικά και καταπραϋντικά.



 

Ενα φυτό με ψυχή μαύρη

Τα λένε αμάραντα ή σεμπερβίβα (στα Κύθηρα), και σε άλλες γλώσσες everlastings, immortelles, perpetuini d'Italia, καθώς τα άνθη τους με το περίβλημα από χρωματιστά λεπτά, ξηρά σαν χαρτί βράκτια διατηρούνται για μήνες ή για χρόνια. Είναι δημοφιλή διακοσμητικά φυτά σε όλο τον κόσμο, παραδοσιακά για νεκρικά στεφάνια. Το βοτανικό τους όνομα Helichrysum (ελίχρυσον) προέρχεται από το αρχαίο «ελειόχρυσος», που κατά τον Θεόφραστο χρησιμοποιούσαν οι στεφανηπλόκοι (κυρίως το Η. orientale, ενδημικό του Αιγαίου). Λεγόταν ότι αυτό το στεφάνι, ραντισμένο με «άπυρο χρυσό», χάριζε δόξα, ενώ, αναμειγμένο με κρασί, ήταν γιατρικό για δαγκώματα και καψίματα.
Από τα περίπου 28 αυτοφυή στην Ευρώπη είδη Helichrysum, στην Ελλάδα απαντούν εννιά. Είναι τυπικά ξηρόφυτα, με φύλλα χνουδωτά που μειώνουν τη διαπνοή (χαρακτηριστικό εκείνων των φρύγανων που απαντώνται σε απόκρημνα φαράγγια είτε σε παράκτιες περιοχές των νησιών και των βραχονησίδων). Τα κίτρινα, ιδιαίτερα τα Η. italicum και Η. stoechas, είναι αρωματικά (με έντονη μυρωδιά κάρι), με διαδεδομένη τη χρήση τους ως αιμοστατικών και για την ενίσχυση του νευρικού συστήματος. H. taenari, (Ταίναρο), το φαντασμαγορικό Η. sibthorpii (Άθως), τα λευκορόδινα Η. amorginum (Αμοργός) και Η. doerfleri (Α. Κρήτη) και το κίτρινο Η.sibthorpii (Δ. Κρήτη) υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα, σε μικρούς πληθυσμούς, και θεωρούνται απειλούμενα. Η πικροδάφνη χρησιμοποιήθηκε ως φάρμακο αρχικά από Άραβες γιατρούς. Στην Ευρώπη όμως έγινε γνωστή για τη φαρμακευτική της δράση πολύ αργότερα, όταν απομονώθηκε το κύριο δραστικό συστατικό του γαλακτώδους χυμού της, η ολεανδρίνη. Σήμερα ελάχιστα χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, κυρίως ως καρδιοτονωτικό.

by Anna Halkia

 

 

 

 

Φραγκόσυκο ένας καρπός θωρακισμένος


Τα αγκάθια που περικλείουν τον καρπό του, μοιάζουν σαν τους φρουρούς που προστατεύουν έναν μικρό γλυκό και νόστιμο θησαυρό. Ευδοκιμεί στην πατρίδα μας, είναι ένας καρπός θωρακισμένος και απρόσιτος, που έρχεται από το παρελθόν και τις μνήμες μας. φραγκοσυκιά, μολονότι θεωρείται τυπικό φυτό της Μεσογείου,ήρθε στην περιοχή μας από το Μεξικό. Ενώ η ελληνική ονομασία του φυτού υποδηλώνει ότι έρχεται από την «πολιτισμένη» Δύση, αξίζει να σημειωθεί ότι στις γαλλόφωνες χώρες έχει το όνομα «βαρβαρόσυκο». Θεωρήθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο φυτό για φράχτες, επειδή σχηματίζει εύκολα πυκνές συστάδες, τις οποίες δεν μπορούν να περάσουν ούτε καν τα αιγοπρόβατα. Συγχρόνως, τα φραγκόσυκα, που αναπτύσσονται στην κορυφή των «φύλλων» της, επειδή ωριμάζουν νωρίτερα από τα σύκα και τα σταφύλια, κάλυπταν και διατροφικές ανάγκες. Καθώς η φραγκοσυκιά μπορεί να βγάλει ρίζες από οποιοδήποτε σημείο του υπέργειου τμήματος της, συχνά «ξεφεύγει» από τον έλεγχο. Με τη γρήγορη επέκταση της δημιουργεί προβλήματα και, έτσι, ήταν το πρώτο φυτό στο οποίο έγινε βιολογική καταπολέμηση. Κάτι τέτοιο συνέβη πριν 80 χρόνια στην Αυστραλία, όπου ξαφνικά κατακυρίευσε τα πάντα. Έτσι αποφασίστηκε η μεταφορά εκεί ενός εντόμου από το Μεξικό, φυσικού εχθρού της φραγκοσυκιάς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας του Γ. Διαμαντόπουλου, καθηγητή στο Α.Π.Θ., αλλά και προσωπικές παρατηρήσεις, στη Στυλίδα σήμερα δεκάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα έχουν καλυφθεί με φραγκοσυκιές, γεγονός που ϋΐ^ ευχαριστεί τους τοπικούς κτηνοτρόφους.

 

 

 

 

Ιξός ή  γκι

Η ιστορία του γκι ξεκινάει απο τα αρχαία χρόνια. Ένας παλιός μύθος λέει ότι το γκι φύτρωσε για πρώτη φορά στις πατημασιές του Χριστού όταν βάδιζε στη γη και τα αγκαθωτά φύλλα του αλλά και οι κόκκινοι καρποί του συμβολίζουν τα μαρτύρια του Σωτήρα και τις σταγόνες από το αίμα του, λόγος για τον οποίο το γκι λέγεται και «αγκάθι του Χριστού» σε πολλές γλώσσες της Βόρειας Ευρώπης. Πιθανότατα, η σχέση με αυτούς τους μύθους ήταν ο λόγος που το γκι ονομάστηκε και «Άγιο Δέντρο».Οιξός (Viscum album) είναι ένα κοινό φυτό της ελληνικής και ευρωπαϊκής χλωρίδας, γνωστό κυρίως με το γαλλικό του όνομα -γκι- και ταυτισμένο με τη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση. Πρόκειται για ημιπαράσιτο και υποχρεωτικό επΐφυτο σε διάφορα δέντρα.
Ο Θεόφραστος, στο έργο του «Περί Φυτών Αιτιών», εξηγεί γιατί ο ιξός φύεται μόνο πάνω σε δέντρα και πώς γίνεται η μεταφορά του από δέντρο σε δέντρο. Σχετικά με το πρώτο, συμπε­ραίνει ότι είναι στη φύση του φυτού η αδυναμία να αναπτυχθεί στο έδαφος. Ως προς το δεύτερο, εξηγεί ότι τα πουλιά τρώνε τις μονόσπερμες ράγες του ιξού και μετά τα σπέρματα αποβάλλονται και «κολλούν», με τη βοήθεια της κολλώδους ουσίας και της τύχης, σε κλαριά κοντινών ή μακρινών δέντρων, όπου και φυτρώνουν

 

 

 

 

Φοίνικες του θεόφραστου

Στην περιοχή της Μεσογείου -αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα- υπάρχουν μόνο δύο είδη αυτοφυών φοινίκων: Στη δυτική, O Κρητικός Φοίνικας ή Φοίνικας του Θεόφραστου (Phoenix theophrasti) είναι ένας μικρός φοίνικας, ενδημικός στην ανατολική περιοχή της Μεσογείου, με πολύ περιορισμένη εξάπλωση σε λίγες περιοχές της Κρήτης, με μεμονωμένα άτομα σε 5 σημεία στην Αμοργό και σε 1-2 σημεία στην Ανάφη στη νότια Ελλάδα, και στις χερσονήσους Datca και Bodrum (απέναντι από την Κω) της επαρχίας Mugla στη νοτιοδυτική Τουρκία. Πρόσφατα ανακαλύφθηκαν 8 μέλη του είδους στην περιοχή της Αρχαίας Επιδαύρου. Το μόνο μεγάλο δάσος φοίνικα της Ευρώπης αποτελείται από το Φοίνικα του Θεόφραστου, στο Βάι, μια παραλία στο νομό Λασιθίου στην ανατολική Κρήτη στο δήμο Σητείας. Το φοινικόδασος του Αγίου Νικήτα που υπάρχει στο νότιο μέρος του Νομού Ηρακλείου είναι μακρόστενο και φύεται στα ανατολικά Αστερούσια Όρη σε κάπως αρκετή απόσταση απ' τη θάλασσα (το μόνο στην Κρήτη). Στην παραλία Πρέβελης ένα άλλο γνωστό παραποτάμιο φοινικόδασος στη νότια ακτή του Νομού Ρεθύμνης και στον ίδιο νομό δυτικότερα κοντά στον παράλιο οικισμό Πλακιάς φύονται λίγα άτομα δίπλα σε ένα ποτάμι στην παραλία Σούδα.

Chamaerops humilis γνωστός και ως νανοφοίνικας, και στην ανατολική ο φοίνικας του Θεόφραστου (Phoenix theophrastii), που φύεται στην Κρήτη. Τρεις δεκαετίες πριν, ο καθηγητής Greuter τον αναγνώρισε ως νέο είδος και τον ονόμασε έτσι προς τιμήν του πατέρα της βοτα­νικής Θεόφραστου (372-287 π.Χ).
Βεβαίως, ο φοίνικας στην Κρήτη, όπως φαίνεται από τις τοιχογραφίες της Κνωσού, ήταν γνωστός ήδη από τη μινωική εποχή. Μάλιστα, ο Θεόφραστος στο Περί Φυτών Ιστορίαι ελάχιστα τον περιγράφει με λεπτομέρειες και βεβαιώνει την παρουσία του εκεί.

Phoenix theophrasti B.jpg

Παλαιότερα οι βοτανικοί είχαν θεωρήσει ότι το φοινικόδασος του Βάι στη ΒΑ. Κρήτη, έκτα­σης περίπου 200 στρεμμάτων, ήταν το μοναδι­κό σημείο εξάπλωσης του είδους. Μέχρι που βρέθηκαν σημαντικές εμφανίσεις στην Πρέβελη, στην έξοδο του Κουρταλιώτη στο Λιβυκό Πέλαγος (Ν. Ρεθύμνου) και στο χωριό Αχεντριά (Ν. Ηρακλείου). Η ανακάλυψη του δε από τον καθηγητή Racham, του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, στην Κάρπαθο και στη Χάλκη, καθώς και στη ΝΔ. Τουρκία, δείχνει μια ακόμη μεγα­λύτερη εξάπλωση του «πρίγκιπα των φυτών» (Principes plantarum), όπως χαρακτηρίζει γενικά τους φοίνικες ο Λινναίος.
 
 
 
 
 
 

Ρίγανη

Αρωματικό και μελισσοτροφικό φυτό, η ρίγανη ή Origanum vulgaris , που χρησιμοποιείται και ως μυρωδικό στη μαγειρική, είναι γνωστή από τους αρχαίους χρόνους και για τις φαρμακευτικές ιδιότητες της. Κατά το Μεσαίωνα είχε διαδοθεί ως πανάκεια. Σήμερα, στη λαϊκή ιατρική, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία πνευμονικών νοσημάτων (εισπνοές), για την ανακούφιση από τον πονόδοντο, αλλά και ως αντισηπτικό για τα τραύματα.
Το αιθέριο έλαιο της, το ριγανέλαιο, που συγκεντρώ­νεται σε πολυκύτταρες τρίχες κυρίως στην επιδερμίδα των φύλλων της (πάνω), περιέχει εκτός των άλλων θυμόλη και καρβακόλη. Ιδιαίτερη προσπάθεια καταβάλλεται να επιλεγούν ποικιλίες ρίγανης που παράγουν μεγαλύτερη ποσότητα αιθέριου ελαίου, χρήσιμου στη φαρμακοβιομηχανία. Οι ποικιλίες αυτές θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν με σημαντικό οικονομικό όφελος.

Ρίγανη

 

 

 

 

Χαμαίμηλον το κοινόν ή Ματρικαρία

Το χαμομήλι έχει ηρεμιστικές, τονωτικές αλλά και αντισηπτικές και εντομοκτόνες ιδιότητες. Δρα επίσης κατά των αερίων των εντέρων. Με απόσταξη των ανθέων λαμβάνεται πολύτιμο αιθέριο έλαιο οι ιδιότητες του οποίου μοιάζουν με εκείνες του αιθέριου ελαίου της Ανθεμίδος της ευγενούς, Anthemis nobilis, ιθαγενούς φυτού της Καλιφόρνιας όπου και καλλιεργείται ως διακοσμητικό. Η φαρμακευτική δράση του φυτού Χαμομίλλα η περιτετμημένη {Chamomilla recutita), του γνωστού χαμομηλιού, είχε διαπιστωθεί ήδη από την αρχαιότητα. Το ταπεινό αυτό φυτό απαντά αυτοφυές σε όλη σχεδόν τη χώρα. Έχει άριστα αποτελέσματα ως καταπραϋντικό του πεπτικού συστήματος, αλλά και ως κατάπλασμα για την ανακούφιση από πρηξίματα και ερεθισμούς του δέρματος και των ματιών προκαλεί αύξηση της παραγωγής γάλακτος στις μητέρες που θηλάζουν και διεγείρει την κυκλοφορία του αίματος. Η κατάχρηση του όμως μπορεί να φέρει ζαλάδες και δυσκοιλιότητα. Στην Ελλάδα η εγχώρια παραγωγή καλύπτει τις ανάγκες των καταναλωτών, ενώ σημαντικό μέρος της -πάνω από 250 τόνοι το χρόνο- εξάγωνται

 

 

 

 

 

Το Κωνείο

Ο Σωκράτης πέθανε πίνοντας το κώνειο, που δεν ήταν τίποτα παρά ο χυμός από το ομώνυμο φυτό, το οποίο απαντά αυτοφύες σε όλη την Ελλάδα. Στην Αρχαία Αθήνα χρησιμοποιούνταν για τις ναρκωτικές του ιδιότητες από τους ιεροφάντες (ως αναφροδισιακό). Ο λαός το αποκαλεί μαγκούτα ή βρομόχορτο. Τα φύλλα του μοιάζουν με του μαιντανού και τα ζώα αποφεύγουν να το βόσκουν, ίσως γιατί τους μυρίζει πολύ άσχημο. Το Κωνείο το στικτό ( Conium maculatum) ζεί δύο μόνο χρόνια και ανθίζει τη δεύτερη χρονιά της ζωής του. Όλα τα μέρη του είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη. Αν κάποιος τελικά δεν χάσει τη ζωή του από κατανάλωση κώνειου, τότε, το πιθανότερο, θα μείνει παράλυτος ή με μυική αδυναμία. Το κωνείο το γνωρίζαν καλά οι αρχαίοι έλληνες. Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι φέρει το θάνατο χωρίς πόνους, ενώ ο Ιπποκράτης το χρησιμοποιούσε κυρίως ως αναλγητικό. Ο Διοσκουρίδης συνιστά το εκχύλισμα του βλαστού για την... ανατομική βελτίωση που θα υπέφερε σήμερα ένας αισθητικός χειρουργός στις γυναίκες με την προσθήκη σιλικόνης στο στήθος. Στη λαική ιατρική, με το εκχύλισμα του παρασκευάζονται αλοίφες για εξωτερική χρήση που έχουν παυσιπονη δράση σε περιπτώσεις καρκίνου, έρπητα, ψώρας και άλλων ασθενίων. Αριστερά διακρίνουμε το κώνειο στο δεύτερο χρόνο της ζωής του.

 

 

 

 

 

Η αμυγδαλιά ως έμπνευση στην τέχνη

 Στην Ελλάδα η αμυγδαλιά είναι προάγγελος της άνοιξης και επακόλουθα του έρωτα, Ποιος να είναι άραγε ο λόγος που ένα φυτό, όπως η αμυγδαλιά, θεωρείται από τον άνθρωπο ως «τρελό», μόνο και μόνο επειδή ανθίζει νωρίς; Από την άλλη είναι βέβαιο ότι από τη στιγμή που η αμυγδαλιά κάνει αμύγδαλα είναι -στην πράξη-λογικότατη. Κι αυτό, επειδή στόχος της άνθισης είναι η παραγωγή των βιώσιμων σπερμάτων που διασφαλίζουν την αναπαραγωγή του είδους.
Είναι βέβαιο ότι στον άνθρωπο προκάλεσε πολλές απορίες το γεγονός ότι ανθίζει τόσο νωρίς -τέλος Ιανουαρίου- πριν τελειώσει ο χειμώνας. Οπότε υπάρχει ο κίνδυνος ο «όψιμος» παγετός να «κάψει» τα λουλούδια της. Όμως τα πάντα φαίνεται να έγιναν με σοφία στη φύση. Η αμυγδαλιά ανθίζει νωρίς, επειδή σε σχέση με τα άλλα φυτά έχει «ατελή» άνθη. Αυτό δημιουργεί προβλήματα με την απαραίτητη παρουσία των εντόμων που θα μεταφέρουν τη γύρη από το αρσενικό λουλούδι στο ωάριο του θηλυκού λουλουδιού, για να γίνει η γονιμοποίηση.
Αν, λοιπόν, η αμυγδαλιά άνθιζε αργότερα, μαζί με τα άλλα φυτά, υπήρχε ο κίνδυνος τα έντομα που τη γονιμοποιούν να προτιμούσαν τα άλλα λουλούδια. Έτσι, ανθίζοντας νωρίς και μόνη της διασφαλίζει την παρέμβαση των εντόμων που είναι αναγκασμένα, θέλοντας και μη να την προτιμήσουν.
Την εποχή άνθισης της αμυγδαλιάς στην αρχαία Αθήνα γίνονταν τα «Ανθεστήρια». Στη διάρκεια τους, οι γονείς στεφάνωναν τα τρίχρονα παιδιά, ίσως γιατί άρχιζε η άνοιξη της ευχάριστης ζωής τους.

 

 

 

 

Το μήλον της έριδος ήταν κυδώνι

 Στους Βίους Παραλλήλους του Πλουτάρχου, ο Σόλων λέγεται ότι θέσπισε διάταγμα με βάση το οποίο «η νύφη και ο γαμπρός θα έπρεπε να κλείνονταν σε ένα δωμάτιο και να φάνε ένα κυδώνι μαζί» Το μήλον της έριδος ήταν κυδώνι» Η Ελληνική χλωρίδα στο μύθο, στην τέχνη, στη λογοτεχνία. Πράγμα που ίσως φαίνεται περίεργο σήμερα, αλλά οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν όλα τα φρούτα με τον γενικό όρο «μήλον», ενώ το «κυδώνιον μήλον» ήταν ο ιερός καρπός της Αφροδίτης. Καρπός τον οποίο, σύμφωνα με τους νόμους του Σόλωνα στην αρχαία Αθήνα, έπρεπε να φάνε υποχρεωτικά οι νεόνυμφοι πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου, για να έχουν αρωματισμένο στόμα.
«Εμένα που με βλέπεις είμαι 80 χρονών. Όμως, θα ξαναφυτέψω στο περιβόλι κυδωνιές, όπως παλιά» λέει ο Δ. Πλάκας, κάτοικος του χωριού Μηλιές στο Πήλιο, ενθυμούμενος παλιές δόξες. Όπως τότε που η κυδω­νιά ήταν απαραίτητο «συστατικό» των περιβολιών, μια και ο καρπός της ήταν ιδιαίτερα χρήσιμος για μια σειρά προϊόντων, από το περίφημο κυδωνόπαστο μέχρι το γλυκό του κουταλιού. Το πόσο διαδεδομένο ήταν το κυδώνι φαίνεται και από το πόσο συχνά είχε χρησιμο­ποιηθεί ο όρος «κυδωνότοπος» στο παρελθόν. Το Αϊβαλί της Τουρκίας, για παράδειγμα, αυτό σημαίνει. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι οι πρόσφυγες από το Αϊβαλί δημιούργησαν τις «Νέες Κυδωνιές». Όμως, από τη δεκαετία του '70 και στη συνέχεια τα νέα προϊόντα που εμφανίστηκαν εκτόπισαν τα παραδοσιακά παρα­σκευάσματα, όπως το παστοκύδωνο. Έτσι οι «κυδωνεώνες» είχαν εγκαταλειφθεί, καθώς τα δέντρα ξεραί­νονταν το ένα πίσω από το άλλο και η νέα γενιά είχε ελάχιστη σχέση με το κυδώνι.
Όλα, όμως, αυτά ανήκουν στο παρελθόν από μια σύμπτωση που έχει σχέση με τη μόδα των τελευταίων ετών, δηλαδή το να σερβίρουν ως επιδόρπιο στα εστιατόρια ψητό κυδώνι. Με βάση την έρευνα που πραγματοποιήσαμε πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, η κατανάλωση κυδωνιού στη Θεσσαλονίκη έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία τρία χρόνια. Αν προσθέσουμε και τη νέα χρήση του κυδωνιού στην αγορά, να συνοδεύει δηλαδή ως γλυκό του κουταλιού νέες συσκευασίες γιαουρτιού, καταλαβαίνουμε γιατί οι «κυδωνεώνες» φαίνεται να επανέρχονται θριαμβευτικά στην ελληνική φύση

 

 

 

 

Ίριδα το φυτό του ουράνιου τόξου

.Στην μυθολογία αναφέρεται επίσης ότι οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν Ίριδα μια θεά του Ολύμπου, κόρη του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας, όπου την έστελναν οι θεοί να γεμίσει το χρυσό σταμνί της για να ορκιστούν στο νερό της Στυγός, λέγεται ότι στο πέρασμά της εμφανίζονταν στο θόλο του ουρανού εφτά υπέροχα χρώματα. Έτσι θεωρήθηκε η προσωποποίηση του ουράνιου τόξου. Ίσως αυτός να είναι ο λόγίς που ακομα και σήμερα, τα ψυχοσάββατα, πολλοί στολίζουν ους τάφους των συγγενών τους με πολύχρωμες ίριδες. Ένα από τα δέκα αυτοφυή είδη τίου απαντούν στην Ελλάδα είναι και η μικρή αττική ίριδα (Iris attica), γνωστή και ως «κρινάκι», που δύσκολα τη διακρίνει ο ανυποψίαστος επισκέπτης. Σε μια βραχώδη περιοχή του Λαυρίου, κοντά στις καμινάδες του θερμοηλεκτρικού σταθμού της ΔΕΗ, σε μια έκταση όχι μεγαλύτερη από 50 τ.μ., μπορεί κανείς να συναντήσει άσπρα, κίτρινα, μοβ και μπλε άτομα, που φυτρώνουν είτε κατά ομοιόχρωμες συστάδες είτε μεμονωμένα. Άλλα άτομα αφθονούν περισσότερο, όπως τα άσπρα και τα ανοιχτά κίτρινα, ενώ άλλα, όπως τα μπλε και τα μοβ, είναι πιο σπάνια.

Γιατί όμως το είδος αυτό παρουσιάζει τέτοια χρωματική ποικιλία; Είναι τυχαίο που η Ίριδα παρουσιάζεται και ως προσωποποίηση του ουράνιου τόξου; Ίσως με το χρωματικό αυτό πλούτο να προσελκύει περισσότερα είδη εντόμων-επικονιαστών, καθένα από τα οποία έχει τη δυνατότητα να διακρίνει και διαφορετικό χρώμα, εξασφαλίζοντας έτσι την αναπαραγωγή του. Άλλωστε ο περιορισμένος χρόνος ζωής αυτών των μικρών συστάδων -γύρω στις 15 μέρες, από τα τέλη Φεβρουαρίου ως τις αρχές Μαρτίου- επιβάλλει την κινητοποίηση όλων των μηχανισμών αναπαραγωγής του είδους. Ίσως, πάλι, να μειώθηκαν οι πληθυσμοί κάποιου είδους εντόμου-επικονιαστή, με αποτέλεσμα η μια ποικιλία να υποχωρεί έναντι μιας άλλης, η oποία γονιμοποιείται κανονικά κι έτσι σταδιακά επικρατεί.
 
details-images
 
 
 
 
 
 

Νούφαρο

Το Νούφαρο (Νυμφαία) είναι γένος υδρόβιων φυτών με παγκόσμια εξάπλωση. Αριθμεί περίπου 50 είδη. Το αρχαίο όνομα του φυτού είναι Νυμφαία που προέρχεται από την ελληνική λέξη Νύμφη.
Τα άνθη του νούφαρου είναι ακτινωτά και εξέρχονται από το κεντρικό μίσχο του φυτού. Έχουν πέταλα πολύ μεγαλύτερα από τα σέπαλα. Τα άνθη φτάνουν σε διάμετρο μέχρι και 30 εκατοστά και έχουν ποικιλία χρωμάτων συνήθως λευκό, κόκκινο, μωβ ή ροζ.
Τα νούφαρα είναι πολύ συνηθισμένο φυτό του Νείλου, όπου αποκαλούνται λοτοί. Στον Νείλο κυριαρχούν το μπλε και το λευκό νούφαρο. Το μπλε νούφαρο ανοίγει τα άνθη του την ημέρα και τα κλείνει την νύχτα ενώ το λευκό νούφαρο ανοίγει τα άνθη του την νύχτα και τα κλείνει την ημέρα. Γι' αυτό το λόγο οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν συνδέσει το φυτό με τον διαχωρισμό των θεοτήτων τους, σε θεότητες του πάνω και του κάτω κόσμου, ενώ συνέδεαν επίσης το φυτό με τις πεποιθήσεις τους για τον θάνατο και την μετά θάνατον ζωή.τα νούφαρα είναι γνωστά ήδη από την αρχαιότητα. Απαντούν δύο είδη, η Νυμφαία η λευκή (Nymphaea alba) ή λευκό νούφαρο και το Νούφαρο το κίτρινο (Nuphar lutea).
Τα φύλλα τους είναι μεγάλα κι επιπλέουν χάρη σ' ένα σύστημα «πλωτήρων» που διαθέτουν στο εσωτερικό τους. Οι «πλωτήρες» αυτοί μπορούν να συγκρατήσουν τον αέρα με τη βοήθεια κάποιων εξειδικευμένων κυττάρων που ονομάζονται σκληρεΐδες. Παρόμοια κύτταρα αλλά και «αεροθαλάμους» διαθέτουν και οι μίσχοι των φύλλων.
Κι ενώ τα άνθη του κίτρινου νούφαρου είναι πάντα κίτρινα αλλά και πιο μικρά, τα άνθη του λευκού νούφαρου μπορεί να έχουν και άλλα χρώματα, μια και υπάρχουν πολλά υβρίδια του είδους. Είναι πολύ όμορφα και συχνά θα τα δούμε σε λίμνες πάρκων ως καλλωπιστικά.

 

 

 

 

 

Κρητικός έβενος

Πλουμί, Αχοντόξυλο, Γουλαστράκι, Πουλιές, Αλιματσά, Κουρμουτσούλι, Κατσούλες, Κοκκαλιές, Κουνελόφυτο, Ψευδέβενος είναι 10 από τις κοινές τοπικές ονομασίες του πανέμορφου αυτού θάμνου της Κρήτης. Κανένα άλλο ενδημικό φυτό του νησιού, δεν έχει τόσο πολλές κοινές τοπικές ονομασίες, κάτι που είχνει από τη μια τον πλούτο της γλώσσας μας και από την άλλη την αναγκαιότητα των επιστημονικών ονομάτων.
 
Ο κρητικός έβενος, είναι πολυετής ξυλοποιημένος θάμνος που ανάλογα με το περιβάλλον που βρίσκεται άλλοτε κρέμεται, άλλοτε έρπει, και άλλοτε ορθώνεται μέχρι 1μ. ύψος. Αν τον καλλιεργήσουμε σε κήπο και τον περιποιηθούμε, μπορούμε εύκολα να τον δούμε να ξεπερνά το 1μ. Τα φύλλα του είναι τρίφυλλα ή πεντάφυλλα, καλυμμένα με ασημόχρωμο τρίχωμα (συνηθισμένη προσαρμογή των φρυγάνων στην Κρήτη για να μειώνουν τη διαπνοή τους, καθώς αντιστέκονται έτσι στη μεσογειακή ξηρασία.
«Αν και ενδημικό είδος, ο έβενος αποτελεί ένα από τα κοινότερα εντυπωσιακά λουλούδια της
Κρήτης. Πράγματι, λίγο πριν την Πρωτομαγιά, πλημμυρίζει με τα κόκκινα χνουδωτά άνθη του τις πλαγιές των φαραγγιών και των λόφων στα χαμηλά υψόμετρα του νησιού» εξηγεί ο κ. Μ. Αβραμάκης, βοτανολόγος του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης. «Παλιότερα, ξεραίνοντας τα κόκκινα χνουδωτά άνθη, οι Κρητικοί γέμιζαν μ' αυτά τα μαξιλάρια τους, ενώ αποτελούσαν επίσης μία από τις πιο συνηθισμένες τροφές για τα κουνέλια τους».

 

 

 

 

Αθάνατος

Πολυετές παχύφυτο μεγάλης ανάπτυξης, τελικού ύψους 2m. Τα φύλλα έχουν σχήμα σπαθιού, σε διάταξη ροζέτας και χρώματος γλαυκοπράσινου (σε κάποιες ποικιλίες έχουν κίτρινα περιθώρια ).Ιδιαίτερα εντυπωσιακή καλοκαιρινή ανθοφορία, με άνθη υπόλευκου χρώματος με τεράστιο ανθοφόρο στέλεχος. Αντέχει γενικά στο λίγο πότισμα, μπορεί μάλιστα να ζήσει χωρίς καθόλου νερό, όταν ενηλικιωθεί.
Πρόκειται για την κοινή ονομασία ενός πολύ γνωστού κακτόμορφου φυτού που χρησιμοποιείται για την κατασκευή φυσικών φραχτών. Το επιστημονικό του όνομα είναι Αγαύη η αμερικανική (Agave americana) και στην πραγματικότητα δεν ανήκει στην οικο­γένεια των κάκτων αφού είναι φυτό μονοκοτυ-λήδονο - οι κάκτοι είναι δικοτυλήδονα φυτά. Κατάγεται από το Μεξικό, αλλά έχει εγκλιματιστεί τόσο καλά στη χώρα μας που θεωρείται πλέον αυτοφυές. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον χαρακτηριστικό τού αθάνατου είναι ότι ανθίζει και καρποφορεί μόνο μία φορά κατά τη διάρκεια της ζωής του και, στη συνέχεια, καταστρέφεται είναι, δηλαδή, φυτό μονοκαρπικό. Οι ταξιανθίες του εμφανίζονται στην κορυφή ενός ισχυρότατου βλαστού που φτάνει σε ύψος τα 15 μέτρα. Ζει από 20 μέχρι κaι 100 χρόνια, ενώ, αν παρεμποδιστεί η άνθιση του, μπορεί να ζήσει πολύ περισσότερο. Από τις ίνες των φύλλων συγγενών ειδών του αθάνατου κατασκευάζονται σκοινιά, ενώ τα φύλλα ενός είδους του δίνουν ένα σακχαρούχο χυμό από τον οποίο παρασκευάζεται στο Μεξικό η «τεκίλα».

Δείτε επίσης