Φωτοβολταϊκά πάρκα: Η βόσκηση προβάτων αυξάνει κατά 38% τα ωφέλιμα έντομα

Νέες προοπτικές για τον συνδυασμό της κτηνοτροφίας με την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας αναδεικνύει έρευνα του Πανεπιστημίου Cornell στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την οποία η βόσκηση προβάτων σε φωτοβολταϊκά πάρκα μπορεί να αυξήσει σημαντικά τους πληθυσμούς ωφέλιμων εντόμων, περιορίζοντας παράλληλα την ανάγκη μηχανικής διαχείρισης της βλάστησης.

Τα αποτελέσματα τριετούς μελέτης έδειξαν ότι η παρουσία δύο προβάτων ανά εκτάριο, δηλαδή ανά δέκα στρέμματα, οδήγησε σε αύξηση κατά 38% των ωφέλιμων εντόμων σε σύγκριση με εκτάσεις όπου η βλάστηση ελεγχόταν με χορτοκοπή.
                                                                                                             
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η διαφορά στους πληθυσμούς μελισσών, οι οποίοι εμφανίστηκαν αυξημένοι κατά 83%, σύμφωνα με τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Research Letters.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο φωτοβολταϊκό πάρκο Cascadilla Community Solar Farm, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όπου οι επιστήμονες εξέτασαν πώς διαφορετικές πυκνότητες βόσκησης επηρεάζουν τη βλάστηση και την παρουσία εντόμων, όπως άγριες μέλισσες, μέλισσες και πασχαλίτσες.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αύξηση του αριθμού των ζώων δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγαλύτερα οφέλη για τη βιοποικιλότητα.

Με τέσσερα πρόβατα ανά εκτάριο, οι πληθυσμοί των ωφέλιμων εντόμων διαμορφώθηκαν περίπου στα ίδια επίπεδα με εκείνους των εκτάσεων που συντηρούνταν με μηχανική κοπή, αν και η διαχείριση της βλάστησης ήταν αποτελεσματικότερη.

Αντίθετα, η βόσκηση οκτώ προβάτων ανά εκτάριο εξασφάλισε τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της βλάστησης, με τα ζώα να διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Παράλληλα, όμως, καταγράφηκε μείωση 45% στον πληθυσμό των μελισσών.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η πυκνότητα βόσκησης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της συντήρησης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων και της προστασίας της βιοποικιλότητας.

Πέρα από την περιβαλλοντική διάσταση, οι ερευνητές εξέτασαν και τις οικονομικές δυνατότητες που δημιουργεί η συγκεκριμένη πρακτική για τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις.

Στο πλαίσιο δεύτερης μελέτης αναπτύχθηκε ψηφιακό εργαλείο που επιτρέπει στους παραγωγούς να υπολογίζουν τον κατάλληλο αριθμό προβάτων για κάθε φωτοβολταϊκή εγκατάσταση, το κόστος απόκτησης των ζώων και τα αναμενόμενα έσοδα από τη βόσκηση.

Το εργαλείο μπορεί να αξιοποιηθεί και από τις εταιρείες διαχείρισης φωτοβολταϊκών πάρκων, διευκολύνοντας τη διαμόρφωση μακροχρόνιων συμφωνιών συνεργασίας με τους κτηνοτρόφους. Ήδη, η United Agrivoltaics το χρησιμοποιεί για τη σύναψη συνεργασιών με αγροτικές εκμεταλλεύσεις.

Για τους παραγωγούς, η αξιοποίηση των εκτάσεων κάτω και ανάμεσα στα φωτοβολταϊκά πάνελ προσφέρει δύο δυνατότητες: πρόσβαση σε βοσκήσιμη ύλη και πρόσθετο εισόδημα από την παροχή υπηρεσιών ελέγχου της βλάστησης.

Σύμφωνα με την κτηνοτρόφο και σύμβουλο Nicola Kockendorfer, ορισμένες εκμεταλλεύσεις χρησιμοποιούν ήδη τα έσοδα από αυτές τις συνεργασίες για την κατασκευή εγκαταστάσεων, την αγορά εξοπλισμού και την πρόσληψη εργαζομένων.

Η πρακτική παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αμερικανική προβατοτροφία, καθώς η εγχώρια παραγωγή αρνίσιου κρέατος και μαλλιού υπολείπεται της ζήτησης. Περίπου το μισό κρέας αρνιού και προβάτου που καταναλώνεται στις ΗΠΑ εισάγεται, κυρίως από τη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία.

Η συνδυασμένη αξιοποίηση της γης για φωτοβολταϊκά και βόσκηση αναδεικνύεται έτσι σε μια πιθανή πρόσθετη δραστηριότητα για τις κτηνοτροφικές μονάδες. Ωστόσο, τα αποτελέσματα της αμερικανικής έρευνας υπογραμμίζουν ότι η επιτυχία ενός τέτοιου μοντέλου εξαρτάται από τον σωστό αριθμό ζώων, τη διαθέσιμη βλάστηση και τις συνθήκες κάθε εγκατάστασης.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις