Βιολογικές καλλιέργειες θερμοκηπίου: Το ισχυρό χαρτί στα χέρια των παραγωγών

Είναι πλέον γεγονός πως σήμερα πολλοί βιοκαλλιεργητές προτιμούν την θερμοκηπιακή καλλιέργεια όχι μόνο για πρώιμα προϊόντα αλλά και για τα εντός εποχής.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Περίπου το 10% των εκτάσεων της χώρας μας, όπου καλλιεργούνται κηπευτικά, καταλαμβάνουν τα θερμοκήπια, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2018. Συνολικά 59.983 στρέμματα κηπευτικών καλλιεργούνταν θερμοκηπιακά, ενώ οι φυτεμένες με λαχανικά εκτάσεις το ίδιο έτος καταλάμβαναν σχεδόν 600.000 στρέμματα, που εξαπλώνονται λιγότερο ή περισσότερο σε όλες τις περιφέρειες της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, ένα μεγαλύτερο ποσοστό της τάξεως του σχεδόν 28% καταλάμβαναν και οι θερμοκηπιακές καλλιέργειες ανθέων και καλλωπιστικών φυτών, επί των μικρότερων όμως εκτάσεων που αφορούσε συνολικά η καλλιέργεια (6.017 στρέμματα).

Η κατανομή στις περιφέρειες

Στον τομέα των κηπευτικών, σημαντικότερα κέντρα, όπως αναδεικνύουν και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, αποτελούν οι περιφέρειες της Κρήτης και της Δυτικής Ελλάδας. Ειδικότερα:

Χαμηλότερα σε απόλυτους αριθμούς, αλλά υψηλότερα, αναφορικά με το ποσοστό της θερμοκηπιακής επί της συνολικά καλλιεργούμενης γης κηπευτικών, βρίσκεται η Κρήτη με 18.141 στρέμματα, που μοιράζονται κυρίως στις ενότητες Ηρακλείου και Λασιθίου και λιγότερο στα Χανιά, καλλιεργώντας το 30% των κηπευτικών της εντός θερμοκηπίων.

Με 20.872 στρέμματα, η Δυτική Ελλάδα παράγει υπό κάλυψη το 22,4% σχεδόν των κηπευτικών της, με την πλειονότητα των θερμοκηπίων της να εδρεύει στην Ηλεία και πολύ λιγότερο σε Αχαΐα και Αιτωλοακαρνανία.

Τρίτη σε απόλυτους όρους εκτάσεων, με 6.017 στρέμματα θερμοκηπίων για την καλλιέργεια κηπευτικών, έρχεται η Πελοπόννησος, με τα περισσότερα να συγκεντρώνονται στη Μεσσηνία και λιγότερα σε Αργολίδα και Λακωνία, ενώ με 5.015 στρέμματα ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία. Μόλις, όμως, το 5,14% των εκτάσεων που φυτεύτηκαν με λαχανικά το 2018 αφορούσε θερμοκήπια κυρίως σε Ημαθία και Πέλλα.

Με 2.343 στρέμματα, την πεντάδα συμπληρώνει η Αττική, όπου τα θερμοκήπια αριθμούν το 10,3% των συνολικών εκτάσεων κηπευτικών της και εντοπίζονται κυρίως στην Ανατολική Αττική.

Σε ό,τι αφορά τα θερμοκηπιακά λουλούδια, οι ανάγκες μάλλον της πρωτεύουσας σε άνθη και καλλωπιστικά φυτά φέρνουν την περιφέρεια πρώτη σε όρους θερμοκηπιακών εκτάσεων με 536 στρέμματα θερμοκηπίων, σχεδόν το 33% των συνολικών εκτάσεών της στην κατηγορία, που επίσης εντοπίζεται κυρίως στην Ανατολική Αττική. Ακόμη, 275 στρέμματα τέτοιων φυτών καλλιεργούνται θερμοκηπιακά στην Κρήτη, το 60,3% των συνολικών εκτάσεων ανθόκηπών της, ενώ με 258 στρέμματα θερμοκηπιακών ανθόκηπων ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία, το 15% των εκτάσεών της στην καλλιέργεια. Έπονται Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, με 205 στρέμματα, στα οποία πρωτοστατεί η Καβάλα και η Θεσσαλία με ακόμη 183 στρέμματα θερμοκηπιακών ανθόκηπων, που εντοπίζονται κυρίως στη Μαγνησία.

Οι πρωταγωνιστές στα προϊόντα

Ως προς τα προϊόντα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, κυρίαρχη σε όρους εκτάσεων παραμένει η θερμοκηπιακή ντομάτα, με 24.248 στρέμματα πανελλαδικά, έναντι των 63.076 στρεμμάτων που καλλιεργήθηκαν υπαίθρια το 2018. Σχεδόν το 48% των εκτάσεων αυτών εντοπίζεται στην Κρήτη, ενώ 4.204 στρέμματα καταλαμβάνουν οι θερμοκηπιακές ντομάτες στην Πελοπόννησο, κυρίως στη Μεσσηνία και κάτι περισσότερο από 1.800 στρέμματα στη Δυτική Ελλάδα, περισσότερο στην Ηλεία.

Τρίτη σε σειρά στρεμμάτων έρχεται η θερμοκηπιακή καλλιέργεια πιπεριάς, με 9.839 στρέμματα, το 70% των οποίων εντοπίζονται στην Κρήτη, σε Λασίθι και έπειτα Ηράκλειο, ενώ ακόμη 1.261 στρέμματα καλλιεργούνται στην Κεντρική Μακεδονία. Επίσης, 3.343 στρέμματα καταλαμβάνει η θερμοκηπιακή καλλιέργεια μελιτζάνας, τα μισά περίπου (1.451 στρ.) και πάλι στα θερμοκήπια της Κρήτης, σχεδόν 600 στρέμματα στην Πελοπόννησο και άλλα 487 στην Κεντρική Μακεδονία.

Στην περίπτωση του αγγουριού, οι θερμοκηπιακές εκτάσεις καλλιέργειάς του υπερβαίνουν εκείνες της υπαίθριας, αφού στη μία καταλαμβάνει 11.090 στρέμματα, έναντι των 10.806 στρεμμάτων της άλλης. Και πάλι το μισό σχεδόν των εκτάσεων αγγουριού που καλλιεργείται εντός θερμοκηπίων εντοπίζεται στην Κρήτη, σε Λασίθι και Ηράκλειο (5.967 στρέμματα συνολικά), ενώ άλλα 2.309 στρέμματα συγκεντρώνονται στην Πελοπόννησο, ιδιαίτερα στη Μεσσηνία.

Συνήθως υπό χαμηλή κάλυψη γίνεται και το μεγαλύτερο μέρος της καλλιέργειας φράουλας στη χώρα μας,  με το μεγαλύτερο μέρος τους να εντοπίζεται στη Δυτική Ελλάδα και πρωτίστως στην Ηλεία.

Οι λόγοι που στρέφουν τους καλλιεργητές στα βιολογικά θερμοκήπια

Οι λόγοι που δημιούργησαν αυτήν την τάση είναι πολλοί: Σε ένα σκεπασμένο χωράφι, ελέγχονται καλύτερα η υγρασία, η θερμοκρασία και οι ασθένειες των φυτών.  Μπορεί ωστόσο να εφαρμοστεί η «βιολογική γεωργία» σε ένα θερμοκήπιο; Κι αφού πλέον θα μιλάμε για ένα βιολογικό θερμοκήπιο ποιες είναι στα αλήθεια οι διαφορές του με το συμβατικό;

Πράγματι πρόκειται για ένα θερμοκήπιο στο οποίο ακολουθούνται όλοι οι κανόνες της βιολογικής γεωργίας και το οποίο -σε αντίθεση με τα συμβατικά- σφύζει από ζωή.

Η καλλιέργεια γίνεται στο έδαφος και όχι σε συνθετικά υποστρώματα, όπως γίνεται σε αρκετά συμβατικά θερμοκήπια. Η λίπανση γίνεται με οργανικά λιπάσματα τα οποία στοχεύουν στην αύξηση της γονιμότητας. Το έδαφος δεν αντιμετωπίζεται σαν ένα υπόστρωμα στήριξης των φυτών που κάθε 4 - 5 χρόνια αντικαθίσταται, αλλά σαν κάτι ζωντανό. Στα βιολογικά θερμοκήπια, δεν υπάρχει μονοκαλλιέργεια, η εναλλαγή των καλλιεργειών είναι το μοναδικό όπλο στην αντιμετώπιση αρκετών ασθενειών αλλά και «εχθρών».

Η φυτοπροστασία για την αντιμετώπιση των «εχθρών» αλλά και των ασθενειών βασίζεται σε προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον. Η χρήση ορμονών απαγορεύεται. Αντί αυτών χρησιμοποιούνται έντομα και φυτικά εκχυλίσματα. Τα άγρια χόρτα -«ζιζάνια»- ελέγχονται με μηχανικούς τρόπους και όχι με τη χρήση ζιζανιοκτόνων. Η απολύμανση του εδάφους γίνεται με τη βοήθεια του ήλιου ή άλλων φυσικών ουσιών και όχι με τα συνθετικά απολυμαντικά που χρησιμοποιούνται στη συμβατική γεωργία.

Η κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση είναι περιορισμένη, ενώ για φωτισμό είναι ανύπαρκτη. Το θερμοκήπιο θερμαίνεται μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις και μόνον όταν οι κλιματολογικές συνθήκες το επιβάλλουν, αντίθετα με τα περισσότερα συμβατικά θερμοκήπια της Βόρειας Ευρώπης, όπου χρησιμοποιείται ενέργεια ακόμα και για το φωτισμό τους. Οι παραγόμενες ποσότητες πλησιάζουν περισσότερο στις αποδόσεις μιας υπαίθριας καλλιέργειας παρά στους δεκάδες τόνους που παράγει ένα συμβατικό θερμοκήπιο. Αυτό βέβαια έχει και την αρνητική του επίπτωση στο κόστος παραγωγής.

Τέλος, το βιολογικό προϊόν είναι το μοναδικό που ελέγχεται -και όχι δειγματοληπτικά- σε όλες τις φάσεις παραγωγής και εμπορίας του. Όλη η παραγωγική διαδικασία περιγράφεται στην κοινοτική νομοθεσία, έτσι ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να γνωρίζει αυτό που αγοράζει.

Επειδή όμως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις και στην περίπτωση αυτή εντοπίζεται ένα μειονέκτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί: το βιολογικό θερμοκήπιο έχει και αυτό το μερίδιό του, όπως και τα συμβατικά, στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος λόγω της χρήσης πλαστικού για την κάλυψή του. Όπως είναι γνωστό, έπειτα από ένα έως τρία χρόνια -ανάλογα με την ποιότητα- το πλαστικό φιλμ που καλύπτει το θερμοκήπιο χρειάζεται αντικατάσταση. Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν οι δομές για την ανακύκλωση αυτού του υλικού, το οποίο τελικά καταλήγει -στην καλύτερη περίπτωση- στις χωματερές. Τα θερμοκήπια που χρησιμοποιούν γυαλί για την κάλυψή τους -λόγω του κόστους κατασκευής- είναι ελάχιστα.

 

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις