Η δημόσια τοποθέτηση του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας φέρνει στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη θεσμική λογοδοσία και την προστασία καταναλωτή και παραγωγής, ενόψει των ευρωπαϊκών αποφάσεων για τις Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές.
Στις 15 Δεκεμβρίου 2025, από τη Θεσσαλονίκη, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας παρενέβη δημόσια σε μια από τις πιο τεχνικά σύνθετες και πολιτικά ευαίσθητες συζητήσεις της ευρωπαϊκής αγροδιατροφικής πολιτικής: τη ρύθμιση των Νέων Γονιδιωματικών Τεχνικών (ΝΓΤ). Η ανακοίνωση του θεσμοθετημένου επιστημονικού συμβούλου της Πολιτείας δεν υιοθετεί καταγγελτικό τόνο· αντιθέτως, καταγράφει με θεσμική ακρίβεια τις συνέπειες που, κατά την εκτίμησή του, απορρέουν από τις προτάσεις της Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την κατηγορία φυτών ΝΓΤ1
Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής πρότασης βρίσκεται η αναγνώριση ορισμένων φυτών, τα οποία έχουν υποστεί έως 20 γενετικές υποκαταστάσεις ή εισαγωγές νουκλεοτιδίων, ως «ισοδύναμων» με τα συμβατικά. Η πρακτική συνέπεια αυτής της νομικής εξίσωσης είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής αξιολόγησης κινδύνου, της σήμανσης και της ιχνηλασιμότητας για τη συγκεκριμένη κατηγορία. Πρόκειται για μεταβολές που, σύμφωνα με το ΓΕΩΤ.Ε.Ε., αποδυναμώνουν τις δικλείδες ασφαλείας που ίσχυαν έως σήμερα στην ευρωπαϊκή αγορά τροφίμων.
Η ελληνική επιστημονική κοινότητα υπενθυμίζει ότι το ισχύον πλαίσιο δεν διαμορφώθηκε τυχαία. Με την απόφαση του 2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε ορίσει ότι οι νέες γονιδιωματικές τεχνικές εμπίπτουν στο καθεστώς των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών και, ως εκ τούτου, υπόκεινται σε εκ των προτέρων αξιολόγηση κινδύνου και συνεχή παρακολούθηση. Η προτεινόμενη κανονιστική μεταβολή σηματοδοτεί, σύμφωνα με την ανάγνωση του Επιμελητηρίου, μια σαφή απόκλιση από αυτή τη νομολογιακή γραμμή
Η έννοια της «ισοδυναμίας» που εισάγει η πρόταση κανονισμού αποτελεί, κατά το ΓΕΩΤ.Ε.Ε., ένα κρίσιμο σημείο τριβής. Όπως επισημαίνεται, δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα, δημοσίως τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα, αλλά σε ένα νομικό και πολιτικό κατασκεύασμα που έχει ήδη αμφισβητηθεί από ευρωπαϊκούς επιστημονικούς φορείς, μεταξύ των οποίων και το ENSSER. Η αμφισβήτηση αυτή δεν αφορά μόνο την επιστημονική μεθοδολογία, αλλά και τη δυνατότητα των κρατών-μελών να διατηρούν εθνικές πολιτικές προστασίας.
Στο ελληνικό πλαίσιο, οι επιπτώσεις που καταγράφονται αφορούν πολλαπλά επίπεδα της αγροδιατροφικής αλυσίδας. Ο καταναλωτής, σύμφωνα με το Επιμελητήριο, κινδυνεύει να απολέσει το δικαίωμα ενημερωμένης επιλογής, εφόσον δεν θα γνωρίζει τη φύση των προϊόντων που καταναλώνει. Ο παραγωγός εκτίθεται σε κινδύνους επιμόλυνσης και σε ενδεχόμενες νομικές ή οικονομικές επιπτώσεις που συνδέονται με καθεστώτα πατεντών. Παράλληλα, η βιολογική γεωργία και η συμβατική παραγωγή χωρίς ΓΤΟ –τομείς που συγκροτούν συγκριτικό πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας– ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με αβεβαιότητες που δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί πλήρως
Με αυτά τα δεδομένα, το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. απευθύνει συγκεκριμένα αιτήματα προς την ελληνική κυβέρνηση, ζητώντας να υποστηρίξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη διατήρηση της υποχρεωτικής αξιολόγησης κινδύνου, της σήμανσης και της ιχνηλασιμότητας, καθώς και το δικαίωμα των κρατών-μελών να επιβάλλουν περιορισμούς ή απαγορεύσεις καλλιέργειας. Η χρονική συγκυρία δεν είναι ουδέτερη: οι σχετικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν στις επικείμενες ψηφοφορίες του Συμβουλίου Υπουργών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ το Επιμελητήριο ζητά ρητά την καταψήφιση της πρότασης στο COREPER, το COREPER
Η ανακοίνωση κλείνει με την επισήμανση ότι η Ελλάδα διαθέτει μοναδικό φυτικό κεφάλαιο υψηλής βιοποικιλότητας και ότι οποιαδήποτε τεχνολογική πρόοδος οφείλει να εφαρμόζεται με επιστημονικά τεκμηριωμένους και κοινωνικά υπεύθυνους όρους.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις