Αυτή η αβεβαιότητα δεν αφορά το σήμερα αλλά αφορά τον Μάρτιο όταν θα υποβληθούν οι δηλώσεις για το φορολογικό έτος 2025 και θα αποτυπωθεί στην πράξη ένα σύνολο αλλαγών που αγγίζει τη φορολογία εισοδήματος, τα τεκμήρια, τη μεταχείριση των επιδοτήσεων και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος “διαβάζει” την αγροτική και κτηνοτροφική εκμετάλλευση. Τότε δεν θα μετρήσουν οι προθέσεις, αλλά το εκκαθαριστικό.
Στην ύπαιθρο, το βασικό ερώτημα δεν διατυπώνεται πάντα με τεχνικούς όρους. Αλλά διατυπώνεται απλά με μια λέξη «Θα πληρώσουμε κανονικά ή θα μπλοκάρουν πάλι οι δηλώσεις;» Και πίσω από αυτό υπάρχει ένα δεύτερο, πιο βαθύ ερώτημα αν η φορολογία λαμβάνει υπόψη πώς παράγεται το εισόδημα ή αν συνεχίζει να το αντιμετωπίζει σαν σταθερό νούμερο. Ένα πράγμα δεν έχουν καταλάβει ότι η γεωργία δεν είναι παροχή υπηρεσιών δυστηχώς.
Η αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα δεν έχει μηνιαίο ρυθμό έχει εποχές, καθυστερήσεις και ρίσκο. Επιδοτήσεις που πληρώνονται αργά, αποζημιώσεις που έρχονται όταν η χρονιά έχει ήδη κλείσει, επιστροφές ΦΠΑ και πετρελαίου που εξαρτώνται από ελέγχους. Παρ’ όλα αυτά, όλα καλούνται να χωρέσουν σε μια φορολογική δήλωση και να παράγουν ένα καθαρό αποτέλεσμα και εάν δεν βγαίναμε στους δρόμους δεν ξέραμε εάν θα είχαμε πληρωθεί αλλα ακόμα υπάρχουν πολλά απλήρωτα.
Εκεί εντοπίζεται και το πρώτο σημείο τριβής τι θεωρείται εισόδημα και πότε; Για έναν αγρότη ή κτηνοτρόφο, αυτό δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Αν μια ενίσχυση “ανεβάσει” το εισόδημα μιας χρονιάς χωρίς να έχει φέρει αντίστοιχη ρευστότητα, τότε ο φόρος προκύπτει κανονικά. Το αν υπάρχουν χρήματα για να πληρωθεί, είναι άλλο ζήτημα.
Στο ίδιο πεδίο κινούνται και τα τεκμήρια αγροτικό όχημα, μηχανήματα, στάβλοι, αποθήκες, και ένα σπίτι στο χωριό που για τον παραγωγό είναι εργαλεία επιβίωσης και δουλειάς. Για το φορολογικό σύστημα όμως είναι δείκτες οικονομικής δυνατότητας. Το χάσμα ανάμεσα στα δύο είναι αυτό που γεννά τη μεγαλύτερη πίεση.
«Στα χαρτιά φαίνεται ότι έχουμε εισόδημα», λέει κτηνοτρόφος στο Agrocapital. «Στην πράξη, ό,τι μπαίνει φεύγει. Ζωοτροφές, ρεύμα, καύσιμα. Αν μετρήσεις τι μένει στο τέλος, καταλαβαίνεις γιατί φοβόμαστε το εκκαθαριστικό». Άλλος παραγωγός το συνοψίζει πιο ωμά «Δεν φοβάμαι τον έλεγχο. Φοβάμαι το αποτέλεσμα».
Η ίδια αγωνία εμφανίζεται και στους φορολογικούς ελέγχους. Το ζήτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν, αλλά πώς θα κριθούν οι δαπάνες. Τι αναγνωρίζεται, τι απορρίπτεται και για ποιον λόγο. Ζωοτροφές, εργόσημα, καύσιμα, υπηρεσίες τρίτων, κτηνιατρικά έξοδα είναι αναγκαία για να σταθεί μια εκμετάλλευση. Αν όμως κάτι κοπεί λογιστικά, δεν μειώνει το φορολογητέο αποτέλεσμα, άρα μεταφράζεται σε μεγαλύτερο φόρο.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό και το πρακτικό σκέλος της διαδικασίας. Θα ανοίξουν οι δηλώσεις καλλιέργειας στην ώρα τους ή θα υπάρξει νέο πάγωμα; Για τον αγρότη, η καθυστέρηση δεν είναι γραφειοκρατική ενόχληση. Είναι αναβολή πληρωμών, πάγωμα αποφάσεων, αβεβαιότητα για το αν μπορεί να συνεχίσει κανονικά την επόμενη χρονιά.
Όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα που ακούγεται όλο και πιο καθαρά μέσα από το ρεπορτάζ: η φορολογία δεν κρίνεται πλέον στις διατάξεις, αλλά στο αν “κρατά” τη χρονιά όρθια. Αν το εκκαθαριστικό αντανακλά τη δουλειά και τις αντοχές της εκμετάλλευσης, τότε κρατά ανθρώπους στο χωράφι και στο χωριό. Αν όχι, τότε η αποχώρηση δεν είναι στάση ζωής είναι αριθμητικό αποτέλεσμα.
Τελικά το 2026 δεν θα είναι απλώς μια χρονιά δηλώσεων θα είναι χρονιά κρίσης του συστήματος στην πράξη. Τι δηλώθηκε, τι ελέγχθηκε και τι πληρώθηκε. Εκεί θα φανεί αν η φορολογία μπορεί να διαβάσει την ύπαιθρο όπως είναι ή αν θα συνεχίσει να τη βλέπει μόνο μέσα από τα έντυπα.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις