CoBank: Περιορισμοί σε νέες μονάδες και νεοσσούς «φρενάρουν» την ανάπτυξη της αμερικανικής βιομηχανίας κοτόπουλου

Η αμερικανική βιομηχανία κοτόπουλου καταγράφει σταθερή άνοδο στη ζήτηση εδώ και δεκαετίες, ωστόσο ένα νέο σύνολο προκλήσεων ενδέχεται να δυσκολέψει τη συνέχιση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, σύμφωνα με έκθεση της CoBank. Όπως επισημαίνεται, παρά το ισχυρό βραχυπρόθεσμο outlook για την παραγωγή broiler, οι δυνατότητες περαιτέρω αύξησης της παραγωγής εμφανίζονται περιορισμένες.

Επιβράδυνση επενδύσεων και μειωμένη διαθεσιμότητα νεοσσών

Σύμφωνα με την έκθεση του CoBank’s Knowledge Exchange, η επιβράδυνση στην κατασκευή νέων μονάδων επεξεργασίας, οι περιορισμοί των υφιστάμενων παραγωγικών συστημάτων και η μειωμένη διαθεσιμότητα νεοσσών (chicks) ενδέχεται να επηρεάσουν την ικανότητα των επιχειρήσεων να διατηρήσουν τις πρόσφατες τάσεις ανάπτυξης.

Η CoBank αποδίδει την επιβράδυνση της επέκτασης σε νέες εγκαταστάσεις (greenfield) στο υψηλότερο κόστος κεφαλαίου, στην περιορισμένη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού και στην αυστηρότερη τοπική ρύθμιση. Παράλληλα, η διαθεσιμότητα νεοσσών ακολουθεί πτωτική πορεία, καθώς οι γενετικές προτεραιότητες στη βιομηχανία μετατοπίστηκαν από την εκκολαψιμότητα (hatchability) προς την αύξηση της απόδοσης σε κρέας, ενώ και η στρατηγική «περισσότερα κιλά ανά πτηνό» αντιμετωπίζει φυσικά όρια.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος ζωικών πρωτεϊνών της CoBank, Brian Earnest, σημείωσε ότι σε βάθος χρόνου προκύπτουν ερωτήματα για το «πόσο μεγάλο είναι υπερβολικά μεγάλο» για τα πτηνά στις γραμμές επεξεργασίας, αλλά και για το τι θα καθορίσει τις καταναλωτικές προτιμήσεις για προϊόντα κοτόπουλου έως το 2030 και μετά.

Όπως ανέφερε, βραχυπρόθεσμα καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον για τη δευτερογενή επεξεργασία και τα προϊόντα προστιθέμενης αξίας, τα οποία βοηθούν την αγορά να ανταποκριθεί στη ζήτηση για προϊόντα όπως tenders, nuggets και sandwiches. Ωστόσο, όπως σημείωσε, η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα σταθερή ή μακροπρόθεσμα βιώσιμη λύση για συνεχή αύξηση του συνολικού όγκου παραγωγής.

Στα 103 λίβρες η κατά κεφαλήν κατανάλωση – Στόχος οι 107 έως το 2030

Με βάση στοιχεία του USDA, η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση κοτόπουλου στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά 30 λίβρες από το 1995 και σήμερα διαμορφώνεται στις 103 λίβρες. Η πρόβλεψη είναι ότι θα ανέλθει στις 107 λίβρες έως το 2030, επίπεδο που υπερβαίνει σημαντικά την κατά κεφαλήν κατανάλωση βοείου κρέατος και χοιρινού.

Η σταθερή άνοδος της ζήτησης οδήγησε τους επεξεργαστές να επικεντρωθούν στην αύξηση της απόδοσης σε κρέας και στη βελτίωση της αποδοτικότητας. Στο ίδιο πλαίσιο, οι εταιρείες γενετικής broiler μετέφεραν το βάρος από την εκκολαψιμότητα προς την αποδοτικότητα μετατροπής ζωοτροφής σε κρέας, ευνοώντας μεγαλύτερα πτηνά και υψηλότερη παραγωγή κρέατος.

Η CoBank αναφέρει ότι οι παραγωγοί μπορούν πλέον να πετυχαίνουν πάνω από 1.000 λίβρες κοτόπουλου από μία ωοτόκο κότα, επίδοση αυξημένη κατά 17% σε σχέση με το 2005. Ωστόσο, η αύξηση της απόδοσης συνοδεύτηκε από μειωμένη διαθεσιμότητα νεοσσών για την παραγωγή broiler, περιορίζοντας τη δυνατότητα ενίσχυσης της παραγωγής μέσω προσθήκης περισσότερων πτηνών στο σύστημα.

Παρότι η τάση της χαμηλότερης εκκολαψιμότητας θα μπορούσε να αντιστραφεί, η έκθεση σημειώνει ότι θα απαιτηθούν αρκετά χρόνια ώστε οι γενετικές αλλαγές να αποτυπωθούν σε υψηλότερη διαθεσιμότητα νεοσσών.

«Jumbo birds» και προϊόντα προστιθέμενης αξίας στηρίζουν τη βραχυπρόθεσμη επέκταση

Σύμφωνα με την CoBank, το «μείγμα» προϊόντων κοτόπουλου που διατίθεται σήμερα στον καταναλωτή έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με πριν από 30 χρόνια, όταν κυριαρχούσαν τα ολόκληρα κοτόπουλα και τα νωπά κομμάτια. Σήμερα, τα προϊόντα περαιτέρω επεξεργασίας (further processed) αντιστοιχούν σχεδόν στο μισό των ποσοτήτων που διακινούνται στην αγορά των ΗΠΑ.

Η έκθεση αναφέρει ότι το μοντέλο των «jumbo birds» λειτουργεί αποτελεσματικά για τη στήριξη νέων προϊόντων που βασίζονται στην ευκολία μερίδας και σε περισσότερες επιλογές γεύσεων, όπως strips, nuggets και tenders.

Ο Brian Earnest υπογράμμισε ότι το αυξημένο κόστος επέκτασης σε νέες εγκαταστάσεις αναμένεται να περιορίσει την προσθήκη «ουσιαστικού» νέου δυναμικού σε επίπεδο αριθμού πτηνών. Έτσι, η βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη αναμένεται να στηριχθεί σε μεγαλύτερα πτηνά και σε περαιτέρω επενδύσεις στην επεξεργασία.

Όπως σημείωσε, η αξιοποίηση των αποδοτικοτήτων ανά πτηνό θα απαιτήσει ευελιξία και τεχνολογία, ενώ για τους επεξεργαστές κρίσιμος παράγοντας θα είναι η βελτίωση της αποδοτικότητας και της ταχύτητας των γραμμών παραγωγής, έως ότου καταστεί εφικτή η αύξηση του αριθμού πτηνών για να καλυφθεί η σταθερά αυξανόμενη ζήτηση.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις