Κυκλική οικονομία ή καύση; Η Ελλάδα αναζητά βιώσιμη λύση για τα απόβλητα με στόχους ΕΕ 2035, υψηλή ταφή και ακριβές επενδύσεις.

Το δίλημμα δεν είναι ιδεολογικό αλλά πρακτικό: πώς θα μειωθεί η ταφή, ποιος θα πληρώσει το κόστος και αν η χώρα μπορεί να προσεγγίσει τους ευρωπαϊκούς στόχους χωρίς νέες στρεβλώσεις.

Η συζήτηση για τα απορρίμματα στην Ελλάδα επιστρέφει με επιμονή κάθε φορά που η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει νέους στόχους και η χώρα καλείται να καλύψει παλιές καθυστερήσεις. Σήμερα, το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην επιλογή ανάμεσα στην ανακύλωση και την καύση. Αφορά το αν το υφιστάμενο μοντέλο διαχείρισης μπορεί να ανταποκριθεί σε μια εποχή όπου η κυκλική οικονομία προβάλλεται ως βασικό εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών CO₂ και την αποσύνδεση της ανάπτυξης από την κατανάλωση πόρων.

Στα ευρωπαϊκά κείμενα πολιτικής, από την Πράσινη Συμφωνία έως το Σχέδιο Δράσης για την Κυκλική Οικονομία, η κατεύθυνση είναι σαφής. Η επαναχρησιμοποίηση και η ανάκτηση υλικών προηγούνται της ενεργειακής αξιοποίησης και, πολύ περισσότερο, της ταφής. Ωστόσο, η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη αποδεικνύεται σύνθετη. «Δεν υπάρχει παραγωγική διαδικασία χωρίς απόβλητα», επισημαίνουν όσοι αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τις εύκολες λύσεις. Η κυκλική οικονομία, υποστηρίζουν, δεν είναι σύνθημα αλλά μοντέλο ζωής που προϋποθέτει αλλαγές στην κατανάλωση, στις τιμές και στις υποδομές.

Η Ελλάδα ξεκινά από μειονεκτική θέση. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η ταφή φθάνει στο 79%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται γύρω στο 23,2%. Η «ανακύκλωση», όπως καταγράφεται επίσημα, διαμορφώνεται στο 21%, έναντι περίπου 49,6% στην ΕΕ. Όμως ακόμη και αυτά τα ποσοστά χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση, καθώς η Ένωση θεωρεί ως ανακύκλωση τον διαχωρισμό υλικών, ανεξαρτήτως αν ο κύκλος κλείνει πραγματικά με την επανένταξή τους στην παραγωγή.

Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι η ανακύκλωση δεν είναι αυτονόητα βιώσιμη. Η μεταφορά παραγωγής στην Ασία και η πτώση του κόστους νέων προϊόντων συχνά καθιστούν ακριβότερη την επεξεργασία ανακυκλωμένων υλικών στη Δύση. Το 2018, όταν η Κίνα σταμάτησε να δέχεται ευρωπαϊκά απόβλητα, αποκαλύφθηκαν τα όρια ενός μοντέλου που βασιζόταν σε εξαγωγές. Το διαλεγμένο πλαστικό συσσωρεύτηκε σε αποθήκες και αρκετές μονάδες αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για το 2035, με 65% ανακύκλωση και μόλις 10% ταφή, αφήνοντας περίπου 25% για ενεργειακή αξιοποίηση. Σήμερα, ο μέσος όρος καύσης στην ΕΕ ανέρχεται σε 27,2%, με χώρες όπως η Σουηδία να αξιοποιούν ενεργειακά έως 59% των αποβλήτων τους. Η Ελλάδα, αντίθετα, παραμένει σχεδόν μηδενική στην οργανωμένη ενεργειακή ανάκτηση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε διαβούλευση σχέδιο για έξι μονάδες καύσης, χωρίς να έχουν παρουσιαστεί πλήρως το κόστος, η χρηματοδότηση ή η χωροθέτηση. Το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι οι αποτεφρωτήρες είναι δαπανηρές επενδύσεις με κύκλο ζωής τουλάχιστον 20 ετών, ενώ η ευρωπαϊκή νομοθεσία κινείται προς αυστηρότερη ρύθμιση. Σε αρκετές χώρες εφαρμόζεται ήδη «φόρος αποτέφρωσης» που κυμαίνεται από 10 έως 57 ευρώ ανά τόνο.

Το 2026, η Επιτροπή αναμένεται να εξετάσει τη σκοπιμότητα ένταξης των αποτεφρωτήρων στο σύστημα εμπορίας εκπομπών από το 2028, γεγονός που θα επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος μέσω αγοράς δικαιωμάτων CO₂. Οι τιμές των δικαιωμάτων εκτιμώνται σήμερα στα 55–67 ευρώ ανά τόνο CO₂, με προβλέψεις να αυξηθούν σε 108 ευρώ το 2030 και σε 184 ευρώ έως το 2040. Υπό αυτές τις συνθήκες, η οικονομική βιωσιμότητα νέων μονάδων καθίσταται αβέβαιη.

Την ίδια στιγμή, οι καθυστερήσεις στις υποδομές παραμένουν εμφανείς. Σε διάστημα 13 ετών (2011–2024) λειτούργησαν μόλις 8 από τις 33 προβλεπόμενες μονάδες διαχείρισης, ενώ από τις 28 εγκαταστάσεις για χωριστά συλλεγόμενα βιολογικά απόβλητα λειτουργούν μόνο 3. Τα βιολογικά απόβλητα, που αποτελούν περίπου 37% του συνόλου, δεν συλλέγονται χωριστά σε μεγάλο μέρος της χώρας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη συστήσει αύξηση του φόρου ταφής, ο οποίος παραμένει χαμηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Οι επικριτές της καύσης υποστηρίζουν ότι «η ενεργειακή αξιοποίηση υπονομεύει την ανακύκλωση». Άλλοι αντιτείνουν ότι η απουσία ενδιάμεσης λύσης ενισχύει τελικά την ταφή και, σε συνθήκες ανεπαρκούς ελέγχου, την παράνομη διάθεση. Το δίλημμα δεν είναι απλό. Αν καταργηθεί ένα στάδιο της ιεραρχίας, το επόμενο ενδέχεται να ενισχυθεί, συχνά με μεγαλύτερο περιβαλλοντικό κόστος.

Η συζήτηση για την κυκλική οικονομία συχνά συνοδεύεται από μεγάλες προσδοκίες. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν ειδικοί, η επιτυχία της εξαρτάται από αλλαγές στον τρόπο κατανάλωσης, από επενδύσεις σε υποδομές και από συνεπή εφαρμογή της νομοθεσίας. Χωρίς έλεγχο και κίνητρα που να καθιστούν συμφέρουσα την επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση, το σύστημα τείνει να καταλήγει στην ευκολότερη λύση.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που δεν επιτρέπει ιδεολογικές απλουστεύσεις. Η καύση δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά ούτε η επίκληση της κυκλικής οικονομίας αρκεί από μόνη της. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να διαμορφωθεί μια συνεκτική στρατηγική που θα μειώσει ουσιαστικά την ταφή, θα αποφύγει επενδύσεις που κινδυνεύουν να απαξιωθούν και θα φέρει τη χώρα πιο κοντά στους ευρωπαϊκούς στόχους. Στο τέλος, το ζητούμενο παραμένει αυτό που όλες οι οικονομικές θεωρίες υπόσχονται: ένα θετικό ισοζύγιο, όχι μόνο στους αριθμούς αλλά και στο περιβάλλον.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις