Βοοτροφία και κλίμα: Μια σύνθετη σχέση πέρα από απλουστεύσεις

Η δημόσια συζήτηση γύρω από το κρέας, το γάλα και την κλιματική αλλαγή έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, με τη ζωική παραγωγή να παρουσιάζεται συχνά είτε ως βασικός υπαίτιος των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου είτε ως αναγκαίος πυλώνας για τη διατροφική ασφάλεια. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και απαιτεί τεκμηριωμένη, επιστημονική προσέγγιση.

Η κτηνοτροφία συμβάλλει πράγματι στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, κυρίως μέσω του μεθανίου που παράγεται κατά την πέψη των μηρυκαστικών, όπως οι αγελάδες, τα πρόβατα και οι κατσίκες, μέσω της εντερικής ζύμωσης. Παρά ταύτα, η εξίσωση «περισσότερα ζώα ίσον περισσότερη υπερθέρμανση» δεν αποτυπώνει το σύνολο της εικόνας.

Οι εκπομπές από τη ζωική παραγωγή προέρχονται από τέσσερις βασικές πηγές: την παραγωγή και μεταφορά ζωοτροφών, την αλλαγή χρήσης γης, την εντερική ζύμωση και τη διαχείριση της κοπριάς. Μέσω βελτιωμένων πρακτικών διατροφής, καλύτερης διαχείρισης της υγείας των ζώων και αξιοποίησης τεχνολογιών ακριβείας, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταγράψει σημαντική μείωση εκπομπών μεθανίου τα τελευταία χρόνια, παρότι η παραγωγή παρέμεινε σταθερή ή και αυξήθηκε.

Στον γαλακτοκομικό τομέα, οι συνολικές εκπομπές μεθανίου από το 1990 έχουν μειωθεί κατά περίπου 21%, ενώ η παραγωγή συνεχίστηκε. Το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα παραμένουν βασικά στοιχεία της ευρωπαϊκής διατροφής, παρέχοντας πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας, ασβέστιο και απαραίτητα μικροθρεπτικά συστατικά. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η πρόοδος ως προς το κλίμα μπορεί να επιτευχθεί μέσω βελτίωσης της αποδοτικότητας και της καινοτομίας, χωρίς απαραίτητα δραστική μείωση του ζωικού κεφαλαίου.

Η πρόκληση για το επόμενο διάστημα είναι η περαιτέρω μείωση του κλιματικού αποτυπώματος της παραγωγής κρέατος και γάλακτος, διατηρώντας παράλληλα την ανταγωνιστικότητα των εκμεταλλεύσεων και τη διατροφική επάρκεια. Η μετάβαση δεν αφορά την αποδόμηση της κτηνοτροφίας, αλλά τη στήριξη πιο αποδοτικών και ανθεκτικών μοντέλων παραγωγής, με έμφαση στην τεχνολογία και τις επιστημονικά τεκμηριωμένες πρακτικές.

Τα συστήματα εκτατικής και βοσκής, όταν διαχειρίζονται ορθά, μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση των μόνιμων λιβαδιών, στην υγεία των εδαφών και, υπό προϋποθέσεις, στη δέσμευση άνθρακα, ενώ ενισχύουν τη βιοποικιλότητα και περιορίζουν φαινόμενα όπως οι πυρκαγιές και η υποβάθμιση της γης. Παράλληλα, τα εντατικά και τεχνολογικά εξελιγμένα συστήματα μπορούν να αυξήσουν την αποδοτικότητα, μειώνοντας τις εκπομπές ανά μονάδα προϊόντος μέσω βελτιωμένης διατροφής, διαχείρισης και γεωργίας ακριβείας.

Κρίσιμη προϋπόθεση για την επιτυχία της μετάβασης είναι η ενεργός συμμετοχή των παραγωγών. Οι δημόσιες πολιτικές και τα κίνητρα οφείλουν να αναγνωρίζουν τον ρόλο τους και να στηρίζουν επενδύσεις σε τεχνολογίες, πρακτικές και καινοτομίες που μειώνουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, χωρίς να υπονομεύουν τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου.

Η σχέση ανάμεσα στην κτηνοτροφία και το κλίμα είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά δεν μπορεί να περιορίζεται σε απλουστευτικά συνθήματα. Η ζωική παραγωγή αποτελεί μέρος της πρόκλησης, μπορεί όμως να αποτελέσει και μέρος της λύσης, εφόσον καθοδηγείται από επιστημονικά τεκμηριωμένες στρατηγικές, καινοτομία και μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που συνδυάζει περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις