Ιταλία: Αστάθεια και πιεσμένα περιθώρια στην αγορά ελαιολάδου το 2026

Με μειωμένα περιθώρια κέρδους, αυξημένη μεταβλητότητα τιμών και νέες αβεβαιότητες ξεκινά το 2026 για την αγορά ελαιολάδου της Ιταλίας, μετά από δύο καμπάνιες με ιστορικά υψηλές τιμές.

Οι τιμές χονδρικής έχουν εισέλθει σε νέα φάση διακυμάνσεων, με την Ισπανία – βασικό σημείο αναφοράς και κορυφαίο παραγωγό – να καταγράφει άνοδο περίπου 0,30 ευρώ ανά κιλό στο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο μέσα σε μόλις 15 ημέρες στα μέσα Φεβρουαρίου. Για τους Ιταλούς παραγωγούς, η βιωσιμότητα των τιμών παραμένει το κύριο ζήτημα, καθώς το κόστος παραγωγής, από την εργασία και την ενέργεια έως τη διαχείριση των ελαιώνων, παραμένει υψηλό.

Η πρόεδρος της ομάδας ελαιολάδου της ένωσης παραγωγών Assitol, Άννα Κάνε, σημείωσε ότι η Ιταλία φτάνει περίπου τους 300.000 τόνους ελαιολάδου στις καλύτερες χρονιές, ενώ η εγχώρια κατανάλωση απαιτεί περίπου 550.000 τόνους και οι εξαγωγές 400.000. Σε αυτό το πλαίσιο, οι εισαγωγές παραμένουν κρίσιμες για πολλές επιχειρήσεις, με τις μεγάλες εταιρείες να επιλέγουν πρώτες ύλες από όλη τη Μεσόγειο και να εφαρμόζουν πρακτικές ανάμειξης ποικιλιών.

Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, η παραγωγή της Ιταλίας έχει μειωθεί από περίπου 600.000 τόνους τη δεκαετία του 1990 σε περίπου 250.000 τη δεκαετία του 2020, εξέλιξη που αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή, στην ασθένεια Xylella fastidiosa, στη γήρανση των ελαιώνων και στον περιορισμένο βαθμό μηχανοποίησης.

Οι στρατηγικές τιμολόγησης των μεγάλων αλυσίδων λιανεμπορίου, που επηρεάζουν περίπου το 80% της ιταλικής αγοράς, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τα περιθώρια κέρδους στο επίπεδο της παραγωγής. Σε ένα κατακερματισμένο και υψηλού κόστους σύστημα, ακόμη και μικρές διορθώσεις τιμών μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα έσοδα των παραγωγών.

Παράλληλα, οι εισαγωγές προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Η ένωση αγροτών Coldiretti προειδοποίησε ότι πάνω από 500.000 τόνοι ξένου ελαιολάδου εισήλθαν στην Ιταλία το 2025, πιέζοντας τις τιμές του εγχώριου προϊόντος. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στις εισαγωγές από την Τυνησία, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 40% τους πρώτους δέκα μήνες του έτους, με μέση τιμή 3,50 ευρώ ανά κιλό, όταν στην αγορά του Μπάρι το εξαιρετικό παρθένο διαπραγματεύεται περίπου στα 7 ευρώ.

Ο κλάδος εξετάζει επενδύσεις σε νέες φυτεύσεις, έρευνα και καινοτομία, ώστε να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και των φυτοπαθολογιών και να καλυφθεί το παραγωγικό έλλειμμα. Όπως επισημαίνεται, η σταθερότητα της αγοράς θα εξαρτηθεί από την ισορροπία μεταξύ παραγωγής, εισαγωγών και κόστους, σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή αγορά ελαιολάδου.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις