Η ελληνική αγορά ρυζιού εισέρχεται σε περίοδο οξείας πίεσης, με τις τιμές παραγωγού να υποχωρούν σε επίπεδα που αμφισβητούν ανοιχτά τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας. Στη Χαλάστρα, τον βασικό πυλώνα της εγχώριας ορυζοπαραγωγής, οι συνεταιρισμοί προχώρησαν σε πωλήσεις στα 24 λεπτά το κιλό, ενώ σε ορισμένες πράξεις η τιμή διαμορφώθηκε ακόμη και στα 22 λεπτά σε εκκαθαρίσεις, προκειμένου να εξυπηρετηθούν εκκρεμείς υποχρεώσεις και να καλυφθούν επιταγές για εφόδια της προηγούμενης καλλιεργητικής περιόδου.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά απλώς μια αρνητική εμπορική φάση, αλλά αποκαλύπτει ένα έλλειμμα ρευστότητας που διατρέχει ολόκληρη την αλυσίδα του ρυζιού, από το χωράφι έως την εμπορία, περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια αντοχής των παραγωγών.
Η τιμή αυτή δεν αφήνει περιθώριο κέρδους με το κόστος παραγωγής αυξημένο και τους λογαριασμούς να παραμένουν ανοιχτοί, οι παραγωγοί δεν προσδοκούν ουσιαστικό εισόδημα για τη φετινή χρονιά. Το προϊόν φεύγει από τις αποθήκες, αλλά τα χρήματα δεν φτάνουν ποτέ με επάρκεια στους τραπεζικούς λογαριασμούς των αγροτών. Το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση ασφυξίας που ξεπερνά τα στενά όρια μιας κακής εμπορικής συγκυρίας και αγγίζει τον πυρήνα της τοπικής οικονομίας.
Στη Χαλάστρα, συμφώνα με πληροφορίες από τους ίδιους τους αγρότες μας τόνισαν κατά κύριο επάγγελμα συνάδελφοι τους αναζητούν εργασία στη βιομηχανική περιοχή της Σίνδου, αναζητώντας σταθερό μισθό εκεί όπου άλλοτε υπήρχε μόνο το χωράφι. Κάποιοι έχουν ήδη εγκαταλείψει την καλλιέργεια, άλλοι διατηρούν τη γη τους αλλά αναζητούν δεύτερη απασχόληση για να εξασφαλίσουν ρευστότητα. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι απλώς κοινωνικό φαινόμενο, αλλά οικονομικός δείκτης πίεσης σε μια καλλιέργεια που επί δεκαετίες στήριζε ολόκληρη την περιοχή.
Στην αγορά επικρατεί επίσης σύγχυση για το τι πραγματικά συμβαίνει διεθνώς. Μεγάλος Έλληνας έμπορος του χώρου φέρεται να έχει προειδοποίησε ότι το ταβάνι τιμών έχει ήδη δοθεί στα 22 έως 24 λεπτά, υποστηρίζοντας ότι υψηλότερα επίπεδα δεν είναι εμπορικά βιώσιμα. Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή ζήτηση φαίνεται να έχει στραφεί σε άλλες προελεύσεις, με αναφορές ότι αγορές ρυζιού κατευθύνονται προς την Πορτογαλία, ενώ η Τουρκία, από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα, έχει φορτώσει περισσότερο ρύζι σε σχέση με τα δύο προηγούμενα χρόνια από Ελλάδα και Ιταλία μαζί, ενισχύοντας τη θέση της ως περιφερειακού παίκτη.
Οι αναφορές περί εισαγωγών από τη Mercosur δεν επιβεβαιώνονται ως κυρίαρχη ροή. Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι οι κύριες εισαγωγές ρυζιού στην ελληνική αγορά προέρχονται από την Καμπότζη και τη Μιανμάρ, γεγονός που πιέζει περαιτέρω τις τιμές για τους μεσογειακούς παραγωγούς και ειδικά του έλληνες βιοκαλλιεργητές. Η διαφορά κόστους παραγωγής και οι εμπορικές ρυθμίσεις δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου το ελληνικό ρύζι καλείται να ανταγωνιστεί προϊόν με χαμηλότερο κόστος, σε μια αγορά που δείχνει ολοένα και λιγότερη ανοχή σε υψηλότερες τιμές.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις