Σε οριακή κατάσταση βρίσκονται οι γαλακτοπαραγωγοί στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς η απότομη πτώση των τιμών γάλακτος, σε συνδυασμό με την υπερπροσφορά και την αύξηση του κόστους, οδηγεί πολλές εκμεταλλεύσεις σε ζημιές.
Οι τιμές που καταβάλλονται στους παραγωγούς έχουν μειωθεί έως και κατά 15 πένες ανά λίτρο, δηλαδή περίπου 40%, από τον Οκτώβριο του 2025, καθώς η παραγωγή τόσο στη Βρετανία όσο και διεθνώς έχει αυξηθεί σημαντικά. Η προσφορά ξεπερνά πλέον τη δυναμικότητα των μεταποιητικών μονάδων και τη ζήτηση των καταναλωτών.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των παραγωγών Kelly και Ed Seaton στη βορειοδυτική Αγγλία, οι οποίοι εκτιμούν ότι θα καταγράψουν ζημιές το 2026 από την εκτροφή 200 αγελάδων Holstein. Όπως αναφέρουν, το κόστος παραγωγής ανέρχεται περίπου στις 40 πένες ανά λίτρο, ενώ η τιμή που λαμβάνουν περιορίζεται στις 30,5 πένες.
Μείωση παραγωγών και πίεση στην αγορά
Σε εθνικό επίπεδο, ο αριθμός των γαλακτοπαραγωγών έχει μειωθεί κατά 20% από το 2019, φτάνοντας περίπου τις 7.000 εκμεταλλεύσεις, σύμφωνα με το Agriculture and Horticulture Development Board.
Παρά το γεγονός ότι το ζωικό κεφάλαιο βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, με 1,6 εκατ. αγελάδες, η παραγωγή αυξάνεται λόγω υψηλότερων αποδόσεων, οι οποίες ενισχύθηκαν από τη χρήση συμπυκνωμένων ζωοτροφών αντί της βόσκησης μετά την περσινή ξηρασία.
Η βρετανική αγορά, αν και σχεδόν αυτάρκης σε ποσοστό 90%, επηρεάζεται από τις διεθνείς εξελίξεις, καθώς το γάλα αποτελεί εμπορεύσιμο προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο, με τις τιμές να παρουσιάζουν έντονη μεταβλητότητα.
Παραγωγοί σε όλη τη χώρα δηλώνουν ότι πωλούν κάτω από το κόστος. Ο Gwyndaf Thomas στην Ουαλία κάνει λόγο για «σκληρές μειώσεις» σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ ο Paul Tompkins, με μονάδα 500 αγελάδων, εκτιμά ότι θα καταγράψει ζημιές περίπου 600.000 λιρών φέτος, μετά από δύο κερδοφόρες χρονιές.
Οι τιμές παραγωγού συνδέονται με μεγάλους μεταποιητές όπως οι Muller, Arla και First Milk, γεγονός που περιορίζει τη διαπραγματευτική δυνατότητα των αγροτών.
Αβεβαιότητα και κίνδυνος νέας πτώσης
Η περίοδος της άνοιξης, όταν αυξάνονται οι γεννήσεις και η παραγωγή γάλακτος, ενδέχεται να ενισχύσει περαιτέρω την υπερπροσφορά, πιέζοντας ακόμη περισσότερο τις τιμές.
Την ίδια στιγμή, ο κλάδος αντιμετωπίζει αυξημένα κόστη εργασίας, φορολογικές αλλαγές και σημαντικές αυξήσεις σε καύσιμα, ενέργεια και λιπάσματα, που συνδέονται με τη σύγκρουση στο Ιράν.
Παρά τη σημερινή κρίση, οι προοπτικές ζήτησης παραμένουν θετικές, με την παγκόσμια κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων να αναμένεται να αυξηθεί κατά 11% έως το 2033, σύμφωνα με εκτιμήσεις OECD/FAO.
Ωστόσο, η Εθνική Ένωση Αγροτών (NFU) προειδοποιεί ότι χωρίς ένα βιώσιμο και ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο, ενδέχεται να πληγεί η επισιτιστική ασφάλεια της χώρας, καθώς μειώνεται ο αριθμός των παραγωγών και αυξάνεται η συγκέντρωση της αγοράς.
Παρά το δυσμενές περιβάλλον, οι παραγωγοί εμφανίζονται συγκρατημένοι, εκτιμώντας ότι η αγορά θα παραμείνει ευμετάβλητη και ότι οι περίοδοι ζημιών θα εναλλάσσονται με φάσεις ανάκαμψης.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις