Σε οριακή κατάσταση βρίσκονται οι τυροκόμοι της Λέσβου, προειδοποιώντας για πλήρη διακοπή λειτουργίας των μονάδων τους και σοβαρές επιπτώσεις τόσο στην τοπική οικονομία όσο και στο περιβάλλον, εξαιτίας της συνεχιζόμενης απαγόρευσης εξαγωγής ώριμων τυροκομικών προϊόντων από το νησί.
Όπως ανακοινώθηκε, η Μεγάλη Τετάρτη 8 Απριλίου 2026 θα αποτελέσει την τελευταία ημέρα παραλαβής γάλακτος από την Ένωση τυροκόμων Λέσβου, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει αρθεί το σχετικό μέτρο. Σε διαφορετική περίπτωση, οι τυροκόμοι δηλώνουν αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε αναστολή λειτουργίας των τυροκομείων τους.
Η απαγόρευση, που επιβλήθηκε από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στο πλαίσιο των μέτρων περιορισμού της διασποράς του αφθώδους πυρετού, έχει προκαλέσει έντονη πίεση στις επιχειρήσεις του κλάδου. Οι παραγωγοί επισημαίνουν ότι αδυνατούν πλέον να διαχειριστούν τα αποθέματα, καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμοι χώροι αποθήκευσης, ενώ η διαδικασία ιχνηλάτησης στο νησί προχωρά με αργούς ρυθμούς λόγω έλλειψης κτηνιάτρων.
Εξαίρεση αποτελεί ο συνεταιρισμός Μεσοτόπου, ο οποίος ανακοίνωσε ότι θα συνεχίσει την παραλαβή γάλακτος από τα μέλη του μέχρι νεωτέρας.
Στην ανακοίνωσή τους, οι τυροκόμοι κάνουν λόγο για «απόλυτη οικονομική ασφυξία» και πλήρη αδυναμία κάλυψης των υποχρεώσεών τους, υπογραμμίζοντας ότι, παρά τις προφορικές διαβεβαιώσεις, δεν διαφαίνεται άμεση άρση της απαγόρευσης. Ήδη, όπως σημειώνουν, έχει καταγραφεί σημαντική απώλεια πελατολογίου, με ορατό τον κίνδυνο ολικής απώλειας της αγοράς τους.
Παράλληλα, τονίζουν ότι η έλλειψη ψυκτικών θαλάμων εντός του νησιού καθιστά αδύνατη τη διαχείριση των παραγόμενων προϊόντων, οδηγώντας σε πλήρες επιχειρησιακό αδιέξοδο.
Οι τυροκόμοι αμφισβητούν τη σκοπιμότητα διατήρησης των περιορισμών, επισημαίνοντας ότι έχουν ήδη εφαρμοστεί όλα τα απαραίτητα μέτρα βιοπροστασίας και ότι, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, τα ώριμα τυροκομικά προϊόντα θεωρούνται ασφαλή για τη δημόσια υγεία. Όπως υποστηρίζουν, με την κατάλληλη επιτήρηση θα μπορούσε να επιτραπεί η ασφαλής διακίνησή τους.
Την ίδια στιγμή, εάν δεν υπάρξει άμεση λύση, επανέρχεται με ένταση και το ζήτημα διαχείρισης της πρωτογενούς παραγωγής. Στο νησί παράγονται καθημερινά πάνω από 250 τόνοι γάλακτος, για τους οποίους δεν υπάρχει πλέον σαφής διέξοδος, δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους τόσο για τους κτηνοτρόφους όσο και για το περιβάλλον.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις