Η ακρίβεια των logistics στρέφει την αγορά στα ελληνικά σιτηρά

Η φετινή αγορά των σιτηρών και του καλαμποκιού δεν διαμορφώνεται μόνο στα χωράφια, ούτε μόνο στα χρηματιστήρια. Διαμορφώνεται όλο και περισσότερο πάνω στη διαδρομή που πρέπει να κάνει το προϊόν μέχρι να φτάσει στον μύλο, στη μονάδα ζωοτροφών, στην αποθήκη ή στον συνεταιρισμό. Το κρίσιμο στοιχείο για την Ελλάδα δεν είναι ότι απέκτησε ξαφνικά δομική υπεροχή απέναντι στα εισαγόμενα σιτηρά. Είναι ότι το κόστος της απόστασης αρχίζει να λειτουργεί ως άτυπη ασπίδα.

Η διεθνής εικόνα δείχνει μια αγορά με αρκετά αποθέματα, αλλά με αυξημένη νευρικότητα. Ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO ανέβηκε τον Απρίλιο στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών και πλέον ετών, ενώ οι τιμές των σιτηρών κινήθηκαν ηπιότερα, με άνοδο 0,8% σε μηνιαία βάση και 0,4% σε ετήσια βάση, επηρεαζόμενες από τον καιρό, την ενέργεια, τα λιπάσματα και τη ζήτηση για βιοκαύσιμα.

Το σημείο, όμως, που έχει άμεση σημασία για την ελληνική αγορά είναι το κόστος μεταφοράς. Σύμφωνα με την AHDB, η άνοδος και η μεταβλητότητα στο αργό πετρέλαιο, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις, αυξάνει τους κινδύνους σε ναύλα, ασφάλιστρα και αλυσίδες εφοδιασμού, ενώ οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να στηρίζουν τις τιμές των σιτηρών μέσω υψηλότερου freight και γενικότερης μεταβλητότητας.

Αυτό σημαίνει ότι για τον Έλληνα αγοραστή, είτε πρόκειται για αλευρόμυλο είτε για βιομηχανία ζωοτροφών, η τιμή FOB ενός ξένου προϊόντος δεν είναι πια αρκετή για να κρίνει την αγορά. Πάνω σε αυτήν προστίθενται ναύλοι, χρόνος, ασφάλιση, χρηματοοικονομικό κόστος, πιθανές καθυστερήσεις και ο κίνδυνος να αλλάξει η αγορά πριν φτάσει το φορτίο. Εκεί ακριβώς αρχίζει να αποκτά πλεονέκτημα το ελληνικό προϊόν, όχι επειδή είναι πάντα φθηνότερο, αλλά επειδή βρίσκεται κοντά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η παραγωγή δημητριακών της ΕΕ για την περίοδο 2025, 2026 αναθεωρήθηκε στους 290,6 εκατ. τόνους, δηλαδή 14,4% υψηλότερα από πέρυσι και 7% πάνω από τον πενταετή μέσο όρο. Για την περίοδο 2026, 2027, όμως, η Επιτροπή προβλέπει χαμηλότερη συνολική παραγωγή, στους 277,6 εκατ. τόνους, με το μαλακό σιτάρι στους 127,3 εκατ. τόνους, το σκληρό στους 7,8 εκατ. τόνους και το καλαμπόκι στους 61,1 εκατ. τόνους.

Για την Ελλάδα, η εικόνα διαμορφώνεται ως εξής: στον πίνακα της DG AGRI για το 2026, 2027, η χώρα εμφανίζεται με συνολική παραγωγή δημητριακών περίπου 3,329 εκατ. τόνων, εκ των οποίων περίπου 349 χιλ. τόνοι μαλακό σιτάρι, 1,003 εκατ. τόνοι σκληρό σιτάρι, 371 χιλ. τόνοι κριθάρι και 1,479 εκατ. τόνοι καλαμπόκι.

Το καλαμπόκι είναι το πιο καθαρό παράδειγμα. Η ζήτηση στην Ευρώπη παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με τις ζωοτροφές. Στο ισοζύγιο της ΕΕ για το 2026, 2027, η συνολική ενδοκοινοτική χρήση καλαμποκιού προβλέπεται στους 77,2 εκατ. τόνους, με τη χρήση για ζωοτροφές στους 59,6 εκατ. τόνους. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές καλαμποκιού από τρίτες χώρες αναμένονται στους 19,3 εκατ. τόνους.

Με απλά λόγια, η Ευρώπη εξακολουθεί να χρειάζεται πολύ καλαμπόκι για τις μονάδες ζωικής παραγωγής. Η Ελλάδα, με ισχυρή ζήτηση από πτηνοτροφία, χοιροτροφία, γαλακτοπαραγωγή και αιγοπροβατοτροφία, δεν μπορεί να κοιτάζει μόνο την τιμή του εισαγόμενου φορτίου. Αν το εισαγόμενο καλαμπόκι επιβαρύνεται από ναύλα και χρόνο, το ελληνικό καλαμπόκι γίνεται πιο ελκυστικό για την εγχώρια κατανάλωση. Όχι επειδή καταργείται ο ανταγωνισμός, αλλά επειδή αλλάζει το πραγματικό κόστος παράδοσης.

Το ίδιο ισχύει, με διαφορετικό τρόπο, και στο σιτάρι. Στην ΕΕ, το μαλακό σιτάρι παραμένει διπλής χρήσης, τρόφιμο και ζωοτροφή. Για το 2026, 2027, η Επιτροπή προβλέπει συνολική ενδοκοινοτική χρήση μαλακού σιταριού στους 103,5 εκατ. τόνους, με 42 εκατ. τόνους για ανθρώπινη κατανάλωση και 46,9 εκατ. τόνους για ζωοτροφές.

Αυτό έχει σημασία για την Ελλάδα, γιατί η εγχώρια αγορά δεν θα αναζητήσει απλώς τον φθηνότερο τόνο. Θα αναζητήσει το προϊόν που μπορεί να παραδοθεί γρήγορα, να αποθηκευτεί σωστά, να έχει καλή ποιότητα και να μην κουβαλάει όλο το κόστος ενός μακρινού εμπορικού ταξιδιού. Η εγχώρια κατανάλωση είναι πιθανό να στραφεί περισσότερο στο ελληνικό προϊόν όπου υπάρχει ποσότητα, ποιότητα και διαθεσιμότητα.

Στο σκληρό σιτάρι, η εικόνα είναι πιο εξειδικευμένη, καθώς η αγορά συνδέεται με τη βιομηχανία ζυμαρικών και τις μεσογειακές ροές. Σύμφωνα με σημερινά στοιχεία αγοράς, το ελληνικό σκληρό κινείται περίπου στα 22 με 23 λεπτά για τον παραγωγό, με τιμή εξαγωγής γύρω στα 250 ευρώ ο τόνος FOB, ενώ η νέα παραγωγή εκτιμάται στα 900.000 έως 1 εκατ. τόνους.

Εδώ η ποιότητα θα κρίνει πολλά. Πρωτεΐνη, υαλώδη, ειδικό βάρος, αποθήκευση και χρόνος πώλησης θα έχουν μεγαλύτερη σημασία από μια γενική αναφορά στην τιμή του σιταριού. Η αγορά δεν αγοράζει πια απλώς σιτάρι. Αγοράζει χρήση, προέλευση, τεχνικά χαρακτηριστικά και ασφάλεια εφοδιασμού.

Η μικρή, αλλά υπαρκτή αναφορά στα λιπάσματα είναι αναγκαία μόνο για να εξηγηθεί η βάση του κόστους. Οι αυξημένες τιμές εισροών πιέζουν την παραγωγή και επηρεάζουν τις αποφάσεις σποράς διεθνώς, όμως για την ελληνική συγκυρία το βασικό ζήτημα δεν είναι τα λιπάσματα. Είναι ότι το εισαγόμενο προϊόν πρέπει να περάσει από μια ακριβότερη και πιο αβέβαιη εμπορική αλυσίδα πριν ανταγωνιστεί το εγχώριο.

Η Ελλάδα δεν προστατεύεται επειδή είναι κλειστή αγορά. Προστατεύεται προσωρινά επειδή η απόσταση κοστίζει. Αν τα logistics παραμείνουν ακριβά και το πετρέλαιο συνεχίσει να πιέζει τις μεταφορές, τα ξένα σιτηρά και καλαμπόκια θα δυσκολευτούν να μπουν στην ελληνική αγορά με την ίδια επιθετικότητα. Σε αυτή τη συγκυρία, ο Έλληνας παραγωγός έχει ένα παράθυρο. Όχι για να περιμένει παθητικά υψηλές τιμές, αλλά για να οργανώσει ποιότητα, αποθήκευση και χρόνο πώλησης.

Διότι φέτος, περισσότερο από άλλες χρονιές, η εγχώρια κατανάλωση μπορεί τελικά να ψωνίσει ελληνικά, όχι από πατριωτισμό, αλλά από λογιστική ανάγκη.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις