Η φετινή χρονιά στα πυρηνόκαρπα ξεκίνησε με μια αντίφαση που δύσκολα περνά απαρατήρητη η αγορά δείχνει να ζητά βερίκοκα, ροδάκινα και νεκταρίνια, όμως η τιμή που φτάνει στο χωράφι δεν αποτυπώνει ακόμη αυτή την ανάγκη. Στις πρώιμες ποικιλίες, οι παραγωγοί είδαν την εμπορική περίοδο να ανοίγει χαμηλότερα από τις προσδοκίες τους, με τιμές που σε αρκετές περιοχές κινούνται από τα 0,60 έως το 1,50 ευρώ το κιλό, ανάλογα με την ποιότητα, την περιοχή και τη δυναμική του κάθε εμπορικού καναλιού. Ακόμη πιο ανησυχητικό, για πολλούς, είναι ότι επανέρχεται η πρακτική των ανοικτών τιμών, με παραλαβές προϊόντος χωρίς σαφή συμφωνία στο χωράφι.
Το βερίκοκο βρίσκεται ήδη στο κέντρο αυτής της συζήτησης. Στη Χαλκιδική, στην Ημαθία, στην Πέλλα, στον Τύρναβο και στην Αργολίδα, η εικόνα που μεταφέρουν παραγωγοί και γεωπόνοι είναι σχεδόν κοινή. Η ζήτηση υπάρχει, το προϊόν φεύγει, αλλά η τιμή παραμένει χαμηλότερη από αυτό που θα δικαιολογούσε το κόστος παραγωγής και η εμπορική συγκυρία. Η είσοδος των μεσοπρώιμων ποικιλιών δημιουργεί προσδοκίες για μια καλύτερη συνέχεια, ιδίως εφόσον η ιταλική παραγωγή εμφανίζει προβλήματα σε ορισμένες περιοχές λόγω καιρικών ζημιών.
Στην ελληνική αγορά, η εικόνα της χονδρικής δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο αξίας πάνω από την τιμή παραγωγού. Στην Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης, τα βερίκοκα εμφανίζονται με εύρος τιμών από 0,80 έως 2,00 ευρώ το κιλό, με επικρατέστερη τιμή γύρω στο 1,40 ευρώ. Πρόκειται για τιμές χονδρικής και όχι για τιμές παραγωγού, όμως δείχνουν την απόσταση που συχνά δημιουργείται ανάμεσα στο χωράφι, στην αγορά και τελικά στον καταναλωτή. Για τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια, οι τιμές στις λαχαναγορές αναμένεται να αποτυπωθούν καθαρότερα όσο αυξάνονται οι εμπορεύσιμες ποσότητες και προχωρά η συγκομιδή.
Το βλέμμα, ωστόσο, δεν μπορεί να μένει μόνο στην Ελλάδα. Η Ιταλία, ένας από τους βασικούς παίκτες της ευρωπαϊκής αγοράς πυρηνόκαρπων, δίνει ήδη σήμα πίεσης στις τιμές. Στην αγορά του Μιλάνου, τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια κίτρινης σάρκας καταγράφονται στη χονδρική γύρω στα 2,75 ευρώ το κιλό, με σημαντική υποχώρηση σε σχέση με τις προηγούμενες εβδομάδες, ενώ τα βερίκοκα κινούνται υψηλότερα, κοντά στα 3,50 ευρώ το κιλό. Η διαφορά αυτή έχει σημασία, αλλά χρειάζεται προσοχή στην ανάγνωση. Οι ιταλικές τιμές αφορούν οργανωμένη χονδρική αγορά, όχι τιμή παραγωγού στο χωράφι.
Η πίεση στην Ιταλία δεν φαίνεται να οφείλεται σε έλλειψη εμπορικού ενδιαφέροντος, αλλά στην αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων. Καθώς μπαίνει δυναμικά η ιταλική συγκομιδή και παραμένει στην αγορά ισπανικό προϊόν, οι τιμές των πρώιμων ροδάκινων και νεκταρινιών διορθώνουν. Αυτό σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή αγορά δεν κινείται μόνο με βάση τη ζήτηση, αλλά κυρίως με βάση τον χρόνο εισόδου των ποσοτήτων, τον ανταγωνισμό των χωρών και την ταχύτητα απορρόφησης από τα εμπορικά δίκτυα.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο σημείο είναι διπλό. Από τη μία, οι Έλληνες παραγωγοί έχουν φέτος την ευκαιρία να αξιοποιήσουν τυχόν κενά που δημιουργούνται από ζημιές ή μειωμένες αποδόσεις σε ανταγωνιστικές περιοχές. Από την άλλη, η αυξημένη ευρωπαϊκή παραγωγή ροδάκινων και νεκταρινιών μπορεί να περιορίσει τα περιθώρια ανόδου, ιδίως αν η ζήτηση δεν κινηθεί με την ένταση που χρειάζεται. Η αγορά ζητά φρούτο, αλλά δεν πληρώνει αυτόματα καλύτερα όταν βλέπει ότι η προσφορά μεγαλώνει.
Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα για τον παραγωγό το κόστος καλλιέργειας έχει αυξηθεί αισθητά. Καύσιμα, λιπάσματα, φυτοπροστασία και εργατικά πιέζουν το καθαρό εισόδημα, ενώ τα μεροκάματα στη συγκομιδή αποτελούν πλέον έναν από τους πιο βαρείς παράγοντες του τελικού κοστολογίου. Όταν η τιμή κινείται στα 0,70 ή στα 0,80 ευρώ το κιλό, ακόμη και μια καλή παραγωγή δεν σημαίνει απαραίτητα καλή χρονιά. Σημαίνει, πολλές φορές, απλώς ότι ο παραγωγός θα καλύψει μέρος των εξόδων του.
Η φετινή περίοδος των πυρηνόκαρπων, επομένως, δεν κρίνεται μόνο από την παραγωγή. Κρίνεται από το αν η εμπορική αλυσίδα θα μεταφέρει δίκαια την αξία προς τα πίσω, στον άνθρωπο που κρατά ζωντανή την καλλιέργεια. Τα βερίκοκα, τα ροδάκινα και τα νεκταρίνια δεν λείπουν από την αγορά. Αυτό που λείπει, για ακόμη μία χρονιά, είναι μια τιμή που να αναγνωρίζει με καθαρό τρόπο το αυξημένο κόστος, τον εμπορικό κίνδυνο και την πραγματική αξία του ελληνικού φρούτου.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις