Για τους αγρότες, οι οποίοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως επιχειρηματίες όταν φθάνει η ώρα των υποχρεώσεων, αλλά όχι πλέον ως ειδική κοινωνική κατηγορία όταν ζητούν πρόσβαση στη χρηματοδότηση. H αύξηση των επιτοκίων είναι ένας ακόμη πρόσθετος λογαριασμός που καταλήγει στο χωράφι και στον στάβλο, δίπλα στα λιπάσματα, στις ζωοτροφές, στα καύσιμα και στις δόσεις των μηχανημάτων.
Οι αγρότες επιχειρηματίες έχουν ήδη διανύσει μια μακρά διαδρομή κρίσεων. Τα μνημόνια, η πιστωτική ασφυξία, η απώλεια της Αγροτικής Τράπεζας, η εκτίναξη του κόστους ενέργειας και των εισροών, αλλά και η μόνιμη απόσταση ανάμεσα στη στιγμή που πληρώνουν και στη στιγμή που πληρώνονται, διαμόρφωσαν έναν κλάδο που έμαθε να λειτουργεί σχεδόν χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Στη γεωργία, άλλωστε, ο χρόνος δεν μετριέται μόνο σε εποχές, σπορές και συγκομιδές αλλα μετριέται και σε τόκους και σε γραμμάτεια.
Οι αποφάσεις για τα επιτόκια παρουσιάζονται συνήθως με ποσοστά και μονάδες βάσης. Στην πράξη, όμως, σημαίνουν ακριβότερο κεφάλαιο για λιπάσματα, ζωοτροφές, σπόρους, καύσιμα και εξοπλισμό, τα οποία πρέπει να πληρωθούν σήμερα, ενώ η παραγωγή θα αποδώσει εισόδημα μήνες αργότερα, εφόσον το επιτρέψουν ο καιρός, οι τιμές και οι πληρωμές.
Και κάπως έτσι, μια απόφαση που ανακοινώνεται με τη σοβαρότητα της νομισματικής πειθαρχίας μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο πεζό. Σε ακόμη μία δόση που πρέπει να πληρωθεί πριν ακόμη ωριμάσει η σοδειά.
Τις τελευταίες ημέρες, το Agrocapital συνομίλησε με αγρότες και επαγγελματίες του πρωτογενούς τομέα από διαφορετικές περιοχές της χώρας, επιχειρώντας να καταγράψει τι σημαίνει στην πράξη η νέα μεταβολή των επιτοκίων. Η απάντηση που επαναλαμβανόταν ήταν σχεδόν η ίδια.
Οι παραγωγοί γνωρίζουν ότι το χρήμα ακριβαίνει, αλλά δεν γνωρίζουν ακόμη πόσο θα επιβαρυνθούν οι ίδιοι.
Άλλοι έχουν δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, άλλοι ανοικτές γραμμές χρηματοδότησης και άλλοι εξαρτώνται από πιστώσεις εμπόρων και προμηθευτών. Όπως ανέφεραν στο Agrocapital, δεν γνωρίζουν εάν θα αυξηθεί η επόμενη δόση τους, πόσο ακριβότερο θα είναι ένα νέο δάνειο και εάν η νέα επιβάρυνση θα τους αναγκάσει να περιορίσουν τις εισροές ή να αναβάλουν επενδύσεις.
Η αβεβαιότητα αυτή οδήγησε το Agrocapital να διευρύνει και να εμβαθύνει την έρευνά του, αναζητώντας στοιχεία για το πραγματικό ύψος του αγροτικού χρέους και την έκθεση των εκμεταλλεύσεων στις μεταβολές των επιτοκίων.
Το βασικό εύρημα είναι ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει έναν ενιαίο και επικαιροποιημένο αριθμό για το συνολικό χρέος της γεωργίας. Δεν είναι γνωστό ποιο ποσοστό των αγροτικών δανείων έχει κυμαινόμενο επιτόκιο, πόσες συμβάσεις θα ανατιμολογηθούν και πόσο από το αγροτικό εισόδημα κατευθύνεται ήδη στην πληρωμή τόκων και δόσεων.
Δεν υπάρχει επίσης δημόσιος δείκτης που να δείχνει με ποιο πραγματικό επιτόκιο δανείζεται ένας παραγωγός σιτηρών, μια κτηνοτροφική μονάδα, ένα θερμοκήπιο ή μια δενδροκομική εκμετάλλευση.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τον Απρίλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων είχε διαμορφωθεί στο 4,76%, ενώ για νέα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρισκόταν στο 4,58%. Για χρηματοδοτήσεις έως 250.000 ευρώ το μέσο επιτόκιο έφθανε στο 5,08%, ενώ η χρηματοδότηση χωρίς καθορισμένη διάρκεια προς ατομικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες κόστιζε κατά μέσο όρο 6,85%.
Τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά τη γεωργία. Περιγράφουν, όμως, το περιβάλλον μέσα στο οποίο ένας παραγωγός καλείται να εξασφαλίσει κεφάλαιο κίνησης.
Ακόμη πιο περιορισμένη είναι η εικόνα για το συνολικό ύψος των αγροτικών δανείων. Η διαθέσιμη κλαδική σειρά της Τράπεζας της Ελλάδος για τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία σταματά τον Δεκέμβριο του 2021. Τότε το σχετικό υπόλοιπο ανερχόταν περίπου σε 1,11 δισ. ευρώ.
Ο αριθμός αυτός δεν αποτυπώνει το σύνολο του χρέους. Δεν περιλαμβάνει όλες τις ατομικές και οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, ούτε το σύνολο των δανείων που έχουν μεταβιβαστεί, των χρηματοδοτικών μισθώσεων, των πιστώσεων από εμπόρους εφοδίων, των φορολογικών οφειλών και των ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
Ένα σημαντικό μέρος της πραγματικής πίεσης μπορεί, επομένως, να βρίσκεται έξω από τους δημόσιους τραπεζικούς πίνακες.
Η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες δείχνει καθαρά τι λείπει. Το αμερικανικό υπουργείο Γεωργίας δημοσιεύει έναν συνολικό ισολογισμό του αγροτικού τομέα, συνδέοντας το χρέος με το εισόδημα, τη ρευστότητα, τα περιουσιακά στοιχεία και τις κρατικές πληρωμές. Για το 2026 εκτιμά το συνολικό αγροτικό χρέος στα 624,7 δισ. δολάρια, αυξημένο κατά 5,2%.
Οι αριθμοί δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο. Επιτρέπουν, όμως, στην Πολιτεία να γνωρίζει πόσο μεγάλος είναι, πού συγκεντρώνεται και πόσο γρήγορα μεταβάλλεται όταν αυξάνονται τα επιτόκια.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι αποφάσεις για εγγυημένα δάνεια, επιδοτήσεις επιτοκίου, μικροπιστώσεις και χρηματοδοτικά εργαλεία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής λαμβάνονται χωρίς ένα ενιαίο δημόσιο σύστημα που να συνδέει το χρέος με το αγροτικό εισόδημα και τη δυνατότητα αποπληρωμής.
Η χώρα γνωρίζει με ακρίβεια πόσα χρήματα καταβάλλονται μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Δεν γνωρίζει, όμως, πόσα από αυτά κατευθύνονται τελικά στην εξυπηρέτηση παλαιών και νέων υποχρεώσεων.
Οι αγρότες με τους οποίους συνομίλησε το Agrocapital δεν ζητούν προβλέψεις. Ζητούν να γνωρίζουν τι θα συμβεί στις δόσεις τους, στις πιστώσεις τους και στο κόστος της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου.
Μέχρι στιγμής, όμως, ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν. Και, όπως δείχνει η έρευνα, ούτε η Πολιτεία διαθέτει την πλήρη εικόνα.
Το κόστος του χρήματος έχει συγκεκριμένο αριθμό. Εκείνο που παραμένει χωρίς αριθμό είναι η αντοχή της ελληνικής γεωργίας απέναντί του.