Η φέτα πλησιάζει το ένα δισεκατομμύριο ευρώ σε εξαγωγική αξία και η παγκόσμια ζήτηση γάλακτος αυξάνεται. Πίσω από την εμπορική επιτυχία, όμως, η ελληνική κτηνοτροφία χάνει ζώα, εκμεταλλεύσεις και ανθρώπους, ενώ η χώρα εξακολουθεί να αγνοεί το πραγματικό μέγεθος του ζωικού της κεφαλαίου.
Ο ελληνικός τομέας γάλακτος και γαλακτοκομικών παρουσιάζει σήμερα δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες. Η μία βρίσκεται στα ράφια του εξωτερικού, όπου η φέτα κερδίζει αγορές, οι εξαγωγές αυξάνονται και οι μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου διευρύνουν τα μεγέθη και την επιρροή τους. Η άλλη βρίσκεται στην ελληνική ύπαιθρο, όπου οι κτηνοτρόφοι λιγοστεύουν, οι μονάδες συγκεντρώνονται και οι στάβλοι που κλείνουν σπάνια ξανανοίγουν.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην επιτυχία του προϊόντος και στην αποδυνάμωση της παραγωγικής του βάσης αναδείχθηκε στην παρέμβαση του προέδρου της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Τυριού Φέτα, Μιχάλη Σαράντη, στην Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής. Η συζήτηση ξεπέρασε τα όρια μιας ακόμη ακρόασης για τη φέτα και έθεσε ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα. Ποιος θα παράγει το ελληνικό γάλα τα επόμενα χρόνια και πόσοι από τους σημερινούς κτηνοτρόφους θα εξακολουθούν να βρίσκονται στον κλάδο.
Η διεθνής αγορά δείχνει ότι η ζήτηση δεν αποτελεί το πρόβλημα. Σύμφωνα με την IFCN, στο ευνοϊκό σενάριο για τα γαλακτοκομικά, η παγκόσμια κατανάλωση γάλακτος μπορεί να αυξηθεί κατά 49% έως το 2050, κατά περίπου 456 εκατομμύρια τόνους. Η πρόσθετη παραγωγή, όμως, αναμένεται να προέλθει από λιγότερες, μεγαλύτερες και περισσότερο αυτοματοποιημένες μονάδες.
Για την ελληνική αγελαδοτροφία, η ίδια παρουσίαση καταγράφει ετήσια μείωση περίπου 7% στον αριθμό των εκμεταλλεύσεων. Εάν αυτός ο ρυθμός συνεχιζόταν επί τρεις δεκαετίες, η σωρευτική υποχώρηση θα πλησίαζε το 90%. Δεν πρόκειται για επίσημη πρόβλεψη ότι θα εξαφανιστούν εννέα στους δέκα Έλληνες κτηνοτρόφους, αλλά για μια σαφή προειδοποίηση σχετικά με την ταχύτητα της συγκέντρωσης.
Την ίδια στιγμή, η φέτα διανύει την πιο επιτυχημένη εμπορική περίοδο της ιστορίας της. Πριν από είκοσι χρόνια η Ελλάδα παρήγαγε περίπου 65.000 έως 70.000 τόνους. Το 2025 η παραγωγή εκτιμάται ότι πλησίασε τους 140.000 τόνους, από τους οποίους περίπου 85.000 εξήχθησαν, δημιουργώντας εισροή συναλλάγματος που πλησιάζει το ένα δισεκατομμύριο ευρώ.
Η φέτα, επομένως, δεν φαίνεται να απειλείται από την έλλειψη ζήτησης ούτε από συμφωνίες όπως η Mercosur. Η ελληνική παρουσία στη Λατινική Αμερική παραμένει περιορισμένη, ενώ μόνο η Γερμανία εισάγει περισσότερους από 25.000 τόνους. Η πραγματική απειλή βρίσκεται στο εσωτερικό, στη συρρίκνωση της κτηνοτροφίας, στην αδυναμία ελέγχου του ζωικού κεφαλαίου και στην απόσταση ανάμεσα στην αξία που αποκτά το τελικό προϊόν και στην αντοχή εκείνου που παραδίδει την πρώτη ύλη.
Η Ελλάδα παρήγαγε το 2025 περίπου 732.000 τόνους πρόβειου και 158.000 τόνους κατσικίσιου γάλακτος, με σχεδόν το 90% του αιγοπρόβειου γάλακτος να κατευθύνεται στην παραγωγή φέτας. Παρά τα μεγέθη αυτά, η χώρα εξακολουθεί να μη γνωρίζει με ακρίβεια πόσα ζώα διαθέτει.
Η επίσημη στατιστική μιλά για περίπου 16 εκατομμύρια πρόβατα και 2,8 εκατομμύρια αίγες. Στην Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής διατυπώθηκε, αντίθετα, η εκτίμηση ότι το πραγματικό ζωικό κεφάλαιο βρίσκεται κοντά στα επτά εκατομμύρια πρόβατα και στις 1,5 έως δύο εκατομμύρια αίγες.
Μια τρίτη εικόνα προκύπτει από τα στοιχεία του ΕΛΓΑ. Στις Δηλώσεις Καλλιέργειας και Εκτροφής για το ασφαλιστικό έτος 2024 δηλώθηκαν 12.291.800 προβατοειδή και 3.604.915 αιγοειδή, συνολικά σχεδόν 15,9 εκατομμύρια αιγοπρόβατα. Η ασφαλιζόμενη αξία τους ξεπερνούσε τα 1,9 δισ. ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές ανήλθαν σε περίπου 14,3 εκατ. ευρώ.
Οι Δηλώσεις Καλλιέργειας και Εκτροφής δεν αποτελούν από μόνες τους απογραφή και δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με τον αριθμό των ενεργών και μοναδικών εκμεταλλεύσεων. Αποτυπώνουν, όμως, το ζωικό κεφάλαιο που δηλώθηκε στο ασφαλιστικό σύστημα. Όταν η επίσημη στατιστική, ο ασφαλιστικός οργανισμός και η ίδια η αγορά μετρούν τρεις διαφορετικές χώρες, το πρόβλημα δεν βρίσκεται πια στους αριθμούς. Βρίσκεται στην πολιτική που επιλέγει ποια πραγματικότητα τη συμφέρει να αναγνωρίσει.
Χωρίς πραγματική καταμέτρηση, ενιαία μητρώα και αξιόπιστη ιχνηλασιμότητα, η χώρα δυσκολεύεται να γνωρίζει πόσο γάλα μπορεί πράγματι να παράγει, ποια ζώα ασφαλίζει, ποια αποζημιώνει και τι ακριβώς καλείται να προστατεύσει από τις ζωονόσους. Δυσκολεύεται επίσης να ελέγξει εάν οι δηλωμένες ποσότητες γάλακτος συμβαδίζουν με το πραγματικό ζωικό κεφάλαιο και με τις ανάγκες της παραγωγής φέτας.
Ακόμη πιο εύγλωττη είναι η εικόνα των ίδιων των μονάδων από τις περίπου 50.000 κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, περισσότερες από τις μισές εκτιμάται ότι δεν διαθέτουν άδεια λειτουργίας. Πρόκειται κυρίως για οικογενειακές μονάδες που καλούνται να επενδύσουν σε εγκαταστάσεις, βιοασφάλεια και τεχνολογικό εξοπλισμό, την ώρα που ήδη επιβαρύνονται με το κόστος των ζωοτροφών, της ενέργειας, των φαρμάκων και της εργασίας.
Σε αυτή την εύθραυστη παραγωγική βάση ήρθε να προστεθεί η ευλογιά των αιγοπροβάτων. Περίπου 500.000 ζώα έχουν θανατωθεί, χωρίς η απώλεια να περιορίζεται στο γάλα μιας μόνο περιόδου. Μαζί με τα παραγωγικά ζώα χάνονται ζώα αντικατάστασης, γενετικό υλικό και το κεφάλαιο πάνω στο οποίο θα στηριζόταν η παραγωγή των επόμενων ετών. Στη Βουλή διατυπώθηκε η εκτίμηση ότι η φετινή παραγωγή φέτας μπορεί να είναι μειωμένη κατά 15.000 έως 20.000 τόνους.
Η αγορά, ωστόσο, συνεχίζει να κινείται με τους δικούς της όρους. Οι γαλακτοβιομηχανίες έχουν αποκτήσει εξαγωγικό μέγεθος, ισχυρά εμπορικά σήματα και πρόσβαση στις διεθνείς αλυσίδες. Ο κτηνοτρόφος παραμένει το πιο ευάλωτο τμήμα της αλυσίδας. Αναλαμβάνει τον βιολογικό, οικονομικό και υγειονομικό κίνδυνο, χωρίς να διαθέτει την ίδια διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στη μεταποίηση και στο λιανεμπόριο.
Ακόμη και η υψηλή τιμή του πρόβειου γάλακτος, που έφθασε περίπου στο 1,60 ευρώ το κιλό, δεν αναιρεί αυτή την ανισορροπία. Απέναντί της βρίσκεται ένα εξίσου υψηλό κόστος παραγωγής και ένας κλάδος που καλείται να χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της προστασίας του από τις ζωονόσους.
Η αξία της φέτας αυξάνεται, οι εξαγωγές διευρύνονται και οι εταιρείες γάλακτος ενισχύουν τη θέση τους. Την ίδια στιγμή, όμως, η παραγωγική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται αυτή η επιτυχία γίνεται μικρότερη, γηραιότερη και περισσότερο ευάλωτη.
Το μέλλον της ελληνικής κτηνοτροφίας δεν θα κριθεί από τη ζήτηση για το γάλα. Η ζήτηση υπάρχει και όλα δείχνουν ότι θα ενισχυθεί. Θα κριθεί από κάτι πιο πεζό και ταυτόχρονα πιο δύσκολο, από το αν η χώρα θα κατορθώσει να γνωρίζει πόσα ζώα πραγματικά διαθέτει, να προστατεύει τις μονάδες από τις ζωονόσους και να διασφαλίζει ότι οι παραγωγοί δεν θα μένουν θεατές στην αξία που οι ίδιοι δημιουργούν.
Διότι μια χώρα μπορεί να καμαρώνει για ένα προϊόν με παγκόσμια αναγνώριση και, την ίδια στιγμή, να εξαντλεί εκείνους που το παράγουν. Και τότε η φέτα δεν θα κινδυνεύει επειδή θα της λείπουν οι αγορές, αλλά επειδή θα της λείπει το ελληνικό γάλα.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις