Η ΑΑΔΕ καλείται να εκκαθαρίσει φακέλους που κληρονόμησε. Η ευθύνη, όμως, για τις χαμένες ενισχύσεις, τις καθυστερήσεις και τον εγκλωβισμό παραγωγών παραμένει ευθύνη του κράτους.
Μια πληρωμή, ακόμη και μεγάλη, δεν αρκεί για να σβήσει μια αδικία που κράτησε σχεδόν οκτώ χρόνια. Ιδίως όταν αυτή η αδικία δεν περιορίστηκε σε έναν τραπεζικό λογαριασμό, αλλά επηρέασε προγράμματα, δικαιώματα, επενδύσεις, ρευστότητα και την ίδια τη δυνατότητα πολλών παραγωγών να συνεχίσουν κανονικά την καλλιέργειά τους.
Αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύεται πίσω από τον νέο κύκλο πληρωμών του 2026. Η ΑΑΔΕ καλείται σήμερα να πληρώσει εκκρεμότητες που παρέλαβε μαζί με τις αρμοδιότητες του πρώην ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν είναι ο φορέας που κατάρτισε τους δασικούς χάρτες, δεν θέσπισε τις παλαιές διαδικασίες αντιρρήσεων και δεν πήρε τις αποφάσεις που απέκλεισαν αγροτεμάχια από τις ενισχύσεις. Είναι, όμως, ο φορέας που καλείται να διαχειριστεί τώρα ένα βαρύ διοικητικό απόθεμα.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα πληρωθούν οι εκκρεμότητες. Είναι αν η Πολιτεία θα αναγνωρίσει ότι για χιλιάδες παραγωγούς η καθυστέρηση δεν ήταν μια απλή διοικητική εκκρεμότητα, αλλά μια πραγματική οικονομική και επαγγελματική ζημιά.
Σύμφωνα με τον προγραμματισμό που έχει παρουσιαστεί από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και την ΑΑΔΕ, το πακέτο πληρωμών του Ιουνίου 2026 ανέρχεται σε 509,5 εκατ. ευρώ και αφορά περίπου 477.890 δικαιούχους. Από το ποσό αυτό, 397,2 εκατ. ευρώ προορίζονται για τη βασική και την αναδιανεμητική ενίσχυση, τους γεωργούς νεαρής ηλικίας, τις συνδεδεμένες ενισχύσεις και τα οικολογικά σχήματα του 2025.
Προβλέπονται ακόμη 68,5 εκατ. ευρώ για την εξισωτική αποζημίωση, τις σπάνιες φυλές και τις βιολογικές δράσεις, 16 εκατ. ευρώ για την ευζωία των χοίρων και ανειλημμένες υποχρεώσεις, 15,3 εκατ. ευρώ για τη δάσωση και τη νιτρορύπανση, 8,5 εκατ. ευρώ για τα Μικρά Νησιά του Αιγαίου και 4 εκατ. ευρώ για το Κομφούζιο.
Η μεγάλη εικόνα δείχνει μια προσπάθεια επανεκκίνησης των πληρωμών. Η πιο δύσκολη εικόνα, όμως, βρίσκεται στους παλιούς φακέλους. Στον προγραμματισμό του 2026 περιλαμβάνονται και αιτήσεις του 2018, ενώ για τον Σεπτέμβριο προβλέπεται η εξέταση εκκρεμοτήτων βασικής ενίσχυσης του 2019, ύψους 2 εκατ. ευρώ. Για τον Νοέμβριο προβλέπεται η εξέταση υποθέσεων των ετών 2020 και 2021.
Για τη Διοίκηση αυτά μπορεί να είναι παλιές αιτήσεις. Για τους παραγωγούς, όμως, ήταν χρήματα που δεν μπήκαν όταν έπρεπε, προγράμματα που χάθηκαν, δικαιώματα που αμφισβητήθηκαν και υποχρεώσεις που έμειναν ακάλυπτες σε πραγματικό χρόνο.
Στο επίκεντρο βρίσκονται και οι υποθέσεις που συνδέονται με τους δασικούς χάρτες. Σε αρκετές περιπτώσεις, καλλιεργούμενα αγροτεμάχια αποτυπώθηκαν ως δασικά ή αμφισβητήθηκαν ως προς την επιλεξιμότητά τους. Το αποτέλεσμα ήταν να συμπαρασύρονται ενισχύσεις, δικαιώματα, συμμετοχές σε προγράμματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εμφανίζονται ποσά ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Δεν αρκεί να ανακοινώνεται ότι θα εξεταστούν εκκρεμότητες του 2018 ή του 2019. Ο παραγωγός πρέπει να γνωρίζει αν εξετάζεται ο δικός του φάκελος, ποια πράξη οδήγησε στον αποκλεισμό του, ποιο ποσό δικαιούται, ποια χρόνια καλύπτονται και πότε ακριβώς θα ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Οι δασικοί χάρτες ήταν και παραμένουν αναγκαίο εργαλείο για την προστασία του δασικού πλούτου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε διοικητικός χαρακτηρισμός ήταν ορθός. Ούτε ότι οι πολίτες πρέπει να πληρώνουν επ’ αόριστον το κόστος των λαθών, των παραλείψεων και των αντιφάσεων της ίδιας της Διοίκησης.
Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δείχνει ακριβώς αυτή τη δυσκολία. Δεν μπορεί να ειπωθεί ότι οι δασικοί χάρτες κρίθηκαν συνολικά αντισυνταγματικοί. Εκείνο που προκύπτει, όμως, είναι ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η Διοίκηση δεν αξιολόγησε επαρκώς κρίσιμα στοιχεία, δεν έλαβε υπόψη νόμιμες διοικητικές πράξεις ή δεν αιτιολόγησε πλήρως τις αποφάσεις της.
Η απόφαση 685/2019 έκρινε αντισυνταγματική την εξαίρεση των λεγόμενων οικιστικών πυκνώσεων από την ανάρτηση των δασικών χαρτών. Η απόφαση 156/2019 ακύρωσε εν μέρει πράξη κύρωσης δασικού χάρτη, επειδή δεν είχαν αξιολογηθεί επαρκώς στοιχεία για έκταση παραχωρημένη σε ακτήμονες γεωργούς. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως οι 1738/2023, 879/2024 και 1935/2025, ακύρωσαν συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις ή τμήματα χαρτών, καθώς δεν είχαν ληφθεί υπόψη κρίσιμα νόμιμα στοιχεία ή η αιτιολογία δεν κρίθηκε επαρκής.
Την ίδια στιγμή, οι αποφάσεις 1364 και 1365/2021 της Ολομέλειας του ΣτΕ έκριναν κατ’ αρχήν συνταγματικό τον πυρήνα του άρθρου 48 του νόμου 4685/2020. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι εκτάσεις που είχαν νομίμως αποδοθεί σε γεωργική ή άλλη χρήση, ιδίως πριν από το Σύνταγμα του 1975, δεν είναι ορθό να εμφανίζονται ως δασικές, εφόσον εξακολουθεί η χρήση για την οποία είχαν διατεθεί.
Το κράτος έχει υποχρέωση να προστατεύει τα δάση. Έχει, όμως, και υποχρέωση να σέβεται τις νόμιμες διοικητικές πράξεις, να εξετάζει τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης και να αιτιολογεί καθαρά τις αποφάσεις του.
Με τον νόμο 4685/2020 επιχειρήθηκε η αναμόρφωση των δασικών χαρτών, ώστε να ενσωματωθούν διοικητικές πράξεις της αγροτικής και εποικιστικής νομοθεσίας που είχαν παραλειφθεί. Για συγκεκριμένα αγροτεμάχια του Ολοκληρωμένου Συστήματος προβλέφθηκε ακόμη και αναδρομική αναστολή της αποδεικτικής ισχύος των χαρτών, μέχρι να ολοκληρωθεί η αναμόρφωσή τους.
Η παρέμβαση αυτή απεγκλώβισε σημαντικό αριθμό εκτάσεων που είχαν παραχωρηθεί ή αποδοθεί νομίμως σε γεωργική χρήση. Δεν έκλεισε, όμως, όλους τους φακέλους. Δεν αποκατέστησε αυτόματα όλους τους θιγόμενους. Και, κυρίως, δεν απάντησε στο ερώτημα τι γίνεται με όσους έχασαν ενισχύσεις για χρόνια, ενώ τελικά το κράτος αναγνώρισε ότι η υπόθεσή τους έπρεπε να εξεταστεί διαφορετικά.
Το πρόβλημα δεν έμεινε μόνο στο παρελθόν. Το 2025 χρειάστηκε νέα αλλαγή στο πλαίσιο λειτουργίας των Επιτροπών Εξέτασης Αντιρρήσεων, επειδή σε αρκετές περιοχές οι υφιστάμενες επιτροπές δεν επαρκούσαν. Ακόμη και το 2026 συγκροτούνται νέες επιτροπές και τροποποιούνται διαδικασίες, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο μεγάλος όγκος των εκκρεμών υποθέσεων.
Για τον παραγωγό, όμως, η θεσμική πολυπλοκότητα δεν είναι απάντηση. Όσο δεν εκδίδεται απόφαση επί της αντίρρησης, παραμένει εγκλωβισμένος. Δεν γνωρίζει αν θα δικαιωθεί, αν θα αναγνωριστούν αναδρομικά οι ενισχύσεις που έχασε, αν θα επιστραφούν ποσά που του παρακρατήθηκαν και ποιος θα καλύψει τη συνολική ζημιά που υπέστη.
Η ΑΑΔΕ, από την πλευρά της, δεν μπορεί να χρεωθεί τη δημιουργία αυτής της κατάστασης. Από την 1η Ιανουαρίου 2026, με τον νόμο 5264/2025, ανέλαβε τις αρμοδιότητες του πρώην ΟΠΕΚΕΠΕ και μαζί τους παρέλαβε αρχεία, πληροφοριακά συστήματα, δικαιώματα, υποχρεώσεις και εκκρεμότητες. Είναι ο σημερινός φορέας των πληρωμών, όχι ο δημιουργός του ιστορικού προβλήματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση να ολοκληρώσει γρήγορα, διαφανώς και νόμιμα τις εκκαθαρίσεις που ανέλαβε. Σημαίνει, όμως, ότι δεν είναι θεσμικά έντιμο να μεταφέρεται στην ΑΑΔΕ η πολιτική και διοικητική ευθύνη μιας οκταετούς διαδρομής που ξεκίνησε πολύ πριν εκείνη αναλάβει τις αγροτικές πληρωμές.
Ένας παραγωγός δεν έχασε μόνο μια ετήσια επιδότηση. Μπορεί να έχασε την ένταξή του σε ένα πρόγραμμα, τη συμμετοχή του σε μια περιβαλλοντική δράση, τη χρηματοδότηση μιας επένδυσης ή τη ρευστότητα που ήταν αναγκαία για να συνεχίσει την καλλιέργειά του. Μπορεί να βρέθηκε αντιμέτωπος με καταλογισμούς και ποινές. Μπορεί να πλήρωσε μηχανικούς, δασολόγους και δικηγόρους για να αποδείξει στην Πολιτεία κάτι που η ίδια η Πολιτεία όφειλε να γνωρίζει.
Η καταβολή του αρχικού ποσού έπειτα από οκτώ χρόνια δεν ισοδυναμεί με πλήρη αποκατάσταση. Δεν καλύπτει τον χαμένο χρόνο, το κόστος χρηματοδότησης, τις δικαστικές δαπάνες, τις χαμένες επενδυτικές ευκαιρίες, την επαγγελματική φθορά και την αναστάτωση που προκλήθηκε στις οικογένειες των παραγωγών.
Η μεγάλη πληρωμή του 2026 μπορεί να αποτελέσει μια αρχή. Για ορισμένους ίσως είναι η πρώτη έμπρακτη αναγνώριση ότι αδικήθηκαν. Δεν πρέπει, όμως, να παρουσιαστεί ως διοικητική γενναιοδωρία ούτε ως απόδειξη ότι το πρόβλημα έκλεισε.
Τα ποσά αυτά, εφόσον επιβεβαιωθεί η νομιμότητα των αιτήσεων, δεν είναι δώρο. Είναι χρήματα που έπρεπε να είχαν καταβληθεί όταν οι παραγωγοί τα χρειάζονταν. Η ευθύνη, τελικά, δεν ανήκει σε έναν μόνο φορέα. Ανήκει στη συνέχεια του κράτους. Το κράτος μπορεί να αλλάζει υπηρεσίες, αρμοδιότητες και φορείς πληρωμών. Δεν μπορεί, όμως, να αλλάζει ταμείο και να θεωρεί ότι άλλαξε και την ιστορία.
Για να κλείσει πραγματικά αυτή η υπόθεση, δεν αρκεί μια πίστωση. Χρειάζεται πλήρης χαρτογράφηση των θιγόμενων φακέλων, σαφές χρονοδιάγραμμα, διαφανής ενημέρωση των παραγωγών και καθαρή απάντηση για το αν η Πολιτεία θα αναγνωρίσει όχι μόνο τα ποσά που καθυστέρησε να πληρώσει, αλλά και τη ζημιά που προκάλεσε όσο καθυστερούσε.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις