Του Γ. Παπαδόπουλου Agrocapital
Η διαθέσιμη ποσότητα αυγών στην Ελλάδα παραμένει περίπου 28% χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια στιγμή, η χώρα διαθέτει παραγωγική δυναμικότητα 4,65 εκατομμυρίων ωοπαραγωγών ορνίθων, με σημαντικά υψηλότερη χρήση κλωβών από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η κατά κεφαλήν διαθέσιμη ποσότητα αυγών στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2023 στα 9,65 κιλά τον χρόνο, έναντι 13,45 κιλών στην ΕΕ των 27. Η απόσταση φτάνει τα 3,8 κιλά ανά κάτοικο, με την ελληνική ποσότητα να είναι περίπου 28% χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σε βάθος χρόνου, πάντως, η κατανάλωση έχει αυξηθεί. Το 1961 στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν 5,66 κιλά αυγών ανά κάτοικο. Μέχρι το 2023 η ποσότητα αυξήθηκε κατά 3,99 κιλά ή 71%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η άνοδος ήταν μικρότερη, από 9,16 σε 13,45 κιλά, αύξηση 47%.
Όπως και στο κρέας, τα στοιχεία δεν μετρούν ακριβώς όσα αυγά καταναλώνει κάθε πολίτης. Πρόκειται για την ποσότητα που είναι διαθέσιμη για ανθρώπινη κατανάλωση μετά την παραγωγή, το εμπόριο, τις μεταβολές των αποθεμάτων και τις απώλειες της εφοδιαστικής αλυσίδας. Δεν αφαιρείται η σπατάλη στα νοικοκυριά και στην εστίαση.
Η παραγωγική εικόνα της ελληνικής αγοράς παρουσιάζει διαφορετικό ενδιαφέρον. Σύμφωνα με το πλέον πρόσφατο ευρωπαϊκό ταμπλό για την αγορά αυγών, η μέγιστη δηλωμένη δυναμικότητα της Ελλάδας το 2025 ανερχόταν σε 4.649.598 ωοπαραγωγές όρνιθες, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 1,2% της ευρωπαϊκής δυναμικότητας.
Το κρίσιμο στοιχείο αφορά το σύστημα εκτροφής. Στην Ελλάδα το 76,5% της δυναμικότητας αντιστοιχεί σε εμπλουτισμένους κλωβούς. Το 12,4% βρίσκεται σε συστήματα αχυρώνα, το 5,5% σε ελευθέρας βοσκής και το 5,6% σε βιολογική εκτροφή.
Η ευρωπαϊκή εικόνα είναι αισθητά διαφορετική. Στο σύνολο της ΕΕ, το 35,7% της δυναμικότητας αφορά κλωβούς, το 41,3% αχυρώνες, το 16,5% ελευθέρας βοσκής και το 6,5% βιολογική εκτροφή. Η ελληνική ωοπαραγωγή εμφανίζει επομένως υπερδιπλάσια εξάρτηση από τους κλωβούς σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι αριθμοί αναφέρονται στη μέγιστη δυναμικότητα των μονάδων και όχι στον μέσο πραγματικό πληθυσμό ορνίθων που φιλοξενήθηκε σε ολόκληρο το έτος. Ωστόσο, αποτυπώνουν το μέγεθος της προσαρμογής που θα απαιτηθεί εάν η ευρωπαϊκή αγορά συνεχίσει να μετακινείται προς αυγά αχυρώνα, ελευθέρας βοσκής και βιολογικής παραγωγής.
Η συνολική παραγωγή αυγών στην ΕΕ εκτιμήθηκε για το 2024 σε 6,664 εκατ. τόνους, συμπεριλαμβανομένων των αυγών κατανάλωσης και εκκόλαψης. Η Γαλλία και η Γερμανία αντιπροσώπευαν από 15%, η Ισπανία 14%, η Ιταλία 12% και η Πολωνία 10%.
Για την ελληνική πτηνοτροφία, η επόμενη περίοδος δεν αφορά μόνο την αύξηση της παραγωγής. Αφορά και το εάν οι μονάδες θα μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν τη μετάβαση σε συστήματα εκτροφής που αποκτούν μεγαλύτερη θέση στα ράφια και στις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής αγοράς.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις