Η αναμόρφωση του ΕΛΓΑ επιστρέφει στην κυβερνητική ατζέντα από το σημείο όπου είχε μείνει: στις εξαγγελίες. Η κυβέρνηση αναγνώρισε ότι ο νέος κανονισμός δεν ολοκληρώθηκε και άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο υψηλότερων εισφορών για παραγωγούς σε περιοχές που θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένες σε φυσικές καταστροφές.
Η συζήτηση αφορά κάθε αγρότη που βλέπει τον κλιματικό κίνδυνο να αυξάνεται, χωρίς να διευρύνεται με τον ίδιο ρυθμό η ασφαλιστική του προστασία. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει ούτε τελικό σχέδιο ούτε τιμοκατάλογος. Υπάρχει μια πολιτική κατεύθυνση και ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος θα πληρώσει τον ολοένα βαρύτερο λογαριασμό των καταστροφών;
Τι ισχύει σήμερα. Ο νέος κανονισμός ΕΛΓΑ δεν έχει ακόμη θεσπιστεί. Συνεπώς, οι εισφορές και οι αποζημιώσεις εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση το υφιστάμενο πλαίσιο υποχρεωτικής ασφάλισης της φυτικής παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου.
Στη φυτική παραγωγή, η ασφαλιζόμενη αξία προκύπτει από τα στρέμματα που δηλώνει ο παραγωγός, τη μέση απόδοση της καλλιέργειας ανά περιοχή και τη μέση τιμή του προϊόντος. Επάνω σε αυτή την αξία υπολογίζεται η ειδική ασφαλιστική εισφορά. Δεν υπάρχει σήμερα ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός που να καθορίζει διαφορετικό ασφάλιστρο για κάθε εκμετάλλευση ανάλογα με την έκθεσή της σε παγετό, χαλάζι, πλημμύρα, πυρκαγιά ή ξηρασία.
Το σύστημα αυτό σχεδιάστηκε σε μια περίοδο κατά την οποία τα ακραία φαινόμενα θεωρούνταν περισσότερο εξαιρετικά και λιγότερο επαναλαμβανόμενα. Σήμερα, η ίδια περιοχή μπορεί μέσα σε λίγα χρόνια να δοκιμαστεί διαδοχικά από παγετό, καύσωνα, έλλειψη νερού και έντονες βροχοπτώσεις. Η εξαίρεση τείνει να γίνει κανονικότητα, ενώ ο ασφαλιστικός κανονισμός εξακολουθεί να δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τη μεταβολή.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό στους παραγωγούς. Ζημιές που δεν εντάσσονται καθαρά στις ασφαλιζόμενες αιτίες, απώλειες παραγωγής που δεν αποτυπώνονται πλήρως και αποζημιώσεις οι οποίες απέχουν από το πραγματικό κόστος επαναφοράς της εκμετάλλευσης.
Από το 2024 είχαν παρουσιαστεί προτάσεις για συμβόλαια προσαρμοσμένα στην παραγωγή, νέες προαιρετικές καλύψεις, κατάργηση μειωτικών συντελεστών και ένταξη περισσότερων ζημιογόνων αιτίων. Στο τραπέζι είχαν βρεθεί η κάλυψη θερμοκηπιακών εγκαταστάσεων και ιχθυοκαλλιεργειών, η πυρκαγιά στην ηρτημένη παραγωγή και η ακαρπία που μπορεί να προκαλέσει ένας ήπιος χειμώνας. Προβλεπόταν ακόμη ευνοϊκότερη εισφορά για αγροτεμάχια με συστήματα ενεργητικής προστασίας.
Η εφαρμογή είχε τοποθετηθεί αρχικά στο 2025. Το χρονοδιάγραμμα παρήλθε και η μεταρρύθμιση παρέμεινε μετέωρη.
Τι έρχεται και ποιος θα επιβαρυνθεί. Στη συνέντευξη Τύπου της 90ής ΔΕΘ, στις 7 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε ευθέως την καθυστέρηση. «Δεν κάναμε την αναμόρφωση του κανονισμού του ΕΛΓΑ», ανέφερε, αποδίδοντας στην κυβέρνηση «κίτρινη κάρτα».
Η ουσιαστικότερη αναφορά, ωστόσο, αφορούσε όσα μπορεί να ακολουθήσουν. Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι εάν ένας παραγωγός βρίσκεται σε περιοχή περισσότερο επιρρεπή σε καταστροφές, ενδεχομένως να χρειαστεί να πληρώνει «λίγο περισσότερο».
Η διατύπωση δεν συνιστά απόφαση αύξησης των εισφορών. Αποκαλύπτει, όμως, την κατεύθυνση που εξετάζεται: στενότερη σύνδεση του ασφαλίστρου με τον κίνδυνο κάθε περιοχής.
Σε ένα τέτοιο μοντέλο, δύο παραγωγοί με την ίδια καλλιέργεια και παρόμοια έκταση θα μπορούσαν να πληρώνουν διαφορετική εισφορά. Εκείνος που δραστηριοποιείται σε ζώνη με συχνές πλημμύρες, παγετούς ή χαλαζοπτώσεις θα επιβαρύνεται περισσότερο από έναν παραγωγό σε περιοχή με μικρότερο ιστορικό ζημιών.
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Δεν έχει διευκρινιστεί πώς θα χαραχθούν οι ζώνες κινδύνου, ποια δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν και αν η διαφοροποίηση θα αφορά τη βασική υποχρεωτική ασφάλιση ή πρόσθετα προαιρετικά συμβόλαια. Δεν είναι επίσης γνωστό εάν η αξιολόγηση θα γίνεται σε επίπεδο νομού, δήμου, κοινότητας ή μεμονωμένης εκμετάλλευσης.
Η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί. Δύο χωράφια στην ίδια περιοχή μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική έκθεση εξαιτίας του υψομέτρου, της κλίσης, της απόστασης από ένα ποτάμι, της δυνατότητας άρδευσης ή των μέτρων πρόληψης που έχει λάβει ο παραγωγός. Ένας γενικός συντελεστής ανά νομό θα ήταν απλός διοικητικά, αλλά θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά άδικος στην πράξη.
Πριν ενταχθούν νέες καλύψεις απαιτείται, άλλωστε, αναλογιστική μελέτη. Πρέπει να υπολογιστούν η συχνότητα των ζημιών, το πιθανό ύψος των αποζημιώσεων και το αντίστοιχο κόστος ασφάλισης. Την αναγκαιότητα αυτή έχει αναγνωρίσει επισήμως και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Χωρίς τα στοιχεία της μελέτης, η συζήτηση για ακριβότερες εισφορές παραμένει πολιτική εξαγγελία χωρίς κοστολόγηση.
Τι λένε οι αγρότες και τι πρέπει να προηγηθεί. Οι παραγωγοί με τους οποίους επικοινώνησε το Agrocapital δεν αμφισβητούν ότι ο ασφαλιστικός κανονισμός χρειάζεται αναμόρφωση. Αμφισβητούν, όμως, την ιδέα ότι η μεταρρύθμιση μπορεί να αρχίσει από την αύξηση των εισφορών και να αφήσει για αργότερα τις καλύψεις.
Η θέση που μεταφέρουν είναι απλή. Εάν ο αγρότης κληθεί να πληρώσει περισσότερο, πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς αγοράζει.
Σήμερα, όπως επισημαίνουν, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος της εισφοράς. Είναι ο χρόνος που απαιτείται για την εκτίμηση, οι διαφορές μεταξύ πραγματικής και αναγνωρισμένης ζημιάς, οι τιμές με τις οποίες αποτιμάται η παραγωγή και η αβεβαιότητα για το αν ένα φαινόμενο καλύπτεται τελικά από τον κανονισμό.
«Δεν γίνεται να πληρώνουμε με βάση τον αυξημένο κίνδυνο και να αποζημιωνόμαστε με βάση μια παλιά πραγματικότητα», είναι η φράση με την οποία παραγωγοί συνοψίζουν στο Agrocapital την ένστασή τους.
Ιδιαίτερη επιφύλαξη διατυπώνεται για το ενδεχόμενο ο τόπος εγκατάστασης να μετατραπεί σε μόνιμη ασφαλιστική ποινή. Ο αγρότης δεν επέλεξε να αυξηθεί η συχνότητα των πλημμυρών ούτε μπορεί να μεταφέρει μια δενδρώδη καλλιέργεια σε περιοχή χαμηλότερου κινδύνου. Εάν το νέο σύστημα μετακυλίσει ολόκληρο το κόστος στις περισσότερο ευάλωτες ζώνες, τότε οι παραγωγοί που πλήττονται συχνότερα θα πληρώνουν διπλά: πρώτα με την απώλεια της παραγωγής και έπειτα με υψηλότερη εισφορά.
Πριν ανακοινωθεί οποιαδήποτε επιβάρυνση, η κυβέρνηση και ο ΕΛΓΑ οφείλουν να παρουσιάσουν τη συνολική εξίσωση. Τους χάρτες κινδύνου, την αναλογιστική μελέτη, τις νέες καλύψεις, τα ποσοστά αποζημίωσης και συγκεκριμένα παραδείγματα για το πόσο πληρώνει σήμερα και πόσο θα πληρώνει αύριο κάθε κατηγορία παραγωγού.
Χρειάζονται επίσης ουσιαστικές εκπτώσεις για όσους επενδύουν σε αντιχαλαζικά δίχτυα, αντιπαγετική προστασία, αποστραγγιστικά έργα και σύγχρονα συστήματα πρόληψης. Διαφορετικά, το κράτος θα ζητά από τον παραγωγό να μειώσει τον κίνδυνο, χωρίς να αναγνωρίζει οικονομικά την επένδυση που έκανε.
Το νέο πλαίσιο θα πρέπει ακόμη να συνοδεύεται από δεσμευτικούς χρόνους εκτίμησης και πληρωμής, διαφανή διαδικασία ενστάσεων και τακτική επικαιροποίηση των ασφαλιζόμενων αξιών. Μια μεγαλύτερη αποζημίωση που καταβάλλεται όταν έχει ήδη χαθεί η επόμενη καλλιεργητική περίοδος δεν λύνει το πρόβλημα ρευστότητας της εκμετάλλευσης.
Το κεντρικό ζήτημα παραμένει η χρηματοδότηση. Η κλιματική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ατομικό σφάλμα του αγρότη ούτε αποκλειστικά ως εμπορικός ασφαλιστικός κίνδυνος. Η προσαρμογή του ΕΛΓΑ στη νέα κλιματική πραγματικότητα προϋποθέτει συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού, αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων, αντασφάλιση και ουσιαστική επιβράβευση της πρόληψης.
Η μεταρρύθμιση του ΕΛΓΑ είναι αναγκαία. Δεν μπορεί, όμως, να είναι απλώς ένας νέος τρόπος υπολογισμού εισφορών. Πρέπει να αποτελεί μια νέα συμφωνία εμπιστοσύνης με τον παραγωγό: πιο δίκαιη χρέωση, περισσότερες πραγματικές καλύψεις, αντικειμενικότερες εκτιμήσεις και γρηγορότερες αποζημιώσεις.
Μέχρι να παρουσιαστούν αυτά τα στοιχεία, το μόνο βέβαιο είναι η παραδοχή της καθυστέρησης. Η αύξηση των εισφορών δεν έχει αποφασιστεί. Ούτε έχει απαντηθεί ποιος θα αναλάβει το κόστος των συχνότερων καταστροφών. Και αυτή είναι η απόφαση που θα κρίνει αν ο νέος ΕΛΓΑ θα αποτελέσει ασφαλιστική μεταρρύθμιση ή απλώς έναν ακριβότερο λογαριασμό για την ύπαιθρο.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις