Του Γ. Παπαδόπουλου
Αν κάποιος κοιτάζει μόνο την τιμή του πετρελαίου, μπορεί εύκολα να σχηματίσει τη λάθος εικόνα. Το Brent κινείται ξανά γύρω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και στις τελευταίες συνεδριάσεις εμφανίζει ακόμη και πτωτικές διορθώσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, η αγορά του ντίζελ, της βενζίνης και των υπόλοιπων διυλισμένων προϊόντων στέλνει ένα εντελώς διαφορετικό μήνυμα. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον απλώς πόσο αργό πετρέλαιο υπάρχει στον κόσμο, αλλά πόσο καύσιμο μπορεί να φτάσει στην αγορά, από ποιο διυλιστήριο, μέσω ποιας διαδρομής και σε ποια τιμή.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τις τελευταίες κινήσεις στην Ασία τόσο σημαντικές και για την Ευρώπη. Η Κίνα, η οποία τους προηγούμενους μήνες λειτουργούσε ως μία από τις βασικές βαλβίδες ασφαλείας της διεθνούς αγοράς καυσίμων, περιόρισε απότομα τις εξαγωγές της για τον Οκτώβριο. Φορτία που επρόκειτο να κατευθυνθούν προς την περιφερειακή αγορά ακυρώθηκαν, την ώρα που τα κινεζικά αποθέματα ντίζελ έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2015 και η εσωτερική ζήτηση αυξάνεται λόγω της περιόδου συγκομιδής. Η κίνηση του Πεκίνου ήταν, από τη δική του πλευρά, αμυντική. Για την υπόλοιπη αγορά, όμως, αφαίρεσε ένα κομμάτι προσφοράς ακριβώς τη στιγμή που ήταν περισσότερο αναγκαίο.
Τον Σεπτέμβριο, οι κινεζικές εξαγωγές καθαρών πετρελαϊκών προϊόντων είχαν φτάσει περίπου στο 1,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, με βασικούς προορισμούς τη Σιγκαπούρη, τη Μαλαισία και την Αυστραλία. Για τον Οκτώβριο η αγορά υπολόγιζε ότι περίπου 750.000 βαρέλια ημερησίως θα συνέχιζαν να βγαίνουν από τη χώρα. Όταν ένας τέτοιος όγκος αποσύρεται σχεδόν από τη μία ημέρα στην άλλη, το αποτέλεσμα δεν χρειάζεται πολύ χρόνο για να εμφανιστεί στις τιμές.
Η ένταση αποτυπώνεται καλύτερα όχι στο ίδιο το Brent, αλλά στα λεγόμενα prompt spreads των καυσίμων. Στη Σιγκαπούρη, το spread της βενζίνης εκτινάχθηκε στις αρχές Οκτωβρίου σε επίπεδα κοντά στα 13 δολάρια το βαρέλι, ενώ και το gasoil εμφάνισε απότομη άνοδο. Μέσα σε μία μόνο συνεδρίαση, τα spreads του jet fuel διπλασιάστηκαν, του diesel αυξήθηκαν περίπου 70% και της βενζίνης κατά 25%.
Για τον μη ειδικό, αυτές οι κινήσεις μοιάζουν με τεχνικές λεπτομέρειες μιας μακρινής αγοράς. Στην πραγματικότητα λένε κάτι πολύ απλό η αγορά είναι διατεθειμένη να πληρώσει ακριβότερα για καύσιμο που μπορεί να παραδοθεί σήμερα από ό,τι για καύσιμο που θα παραδοθεί αργότερα. Αυτή η κατάσταση, η λεγόμενη backwardation, είναι συνήθως σημάδι άμεσης στενότητας. Δεν δείχνει φόβο για κάτι που μπορεί να συμβεί σε μερικούς μήνες. Δείχνει ότι τα φυσικά φορτία χρειάζονται τώρα.
Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση της σημερινής ενεργειακής αγοράς. Το αργό πετρέλαιο μπορεί να σταθεροποιείται, επειδή η Σαουδική Αραβία αυξάνει τις εξαγωγές της, οι ροές από τον Κόλπο ανακάμπτουν και οι χώρες του G7 έχουν ανακοινώσει την αποδέσμευση 100 εκατ. βαρελιών από στρατηγικά αποθέματα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το ίδιο συμβαίνει και με το ντίζελ. Ένα βαρέλι αργού δεν μετατρέπεται αυτόματα και ακαριαία σε διαθέσιμο καύσιμο στην ευρωπαϊκή ή την ασιατική αγορά.
Μεσολαβούν διυλιστήρια, διαθέσιμη δυναμικότητα, ποιότητες αργού, αποθέματα, δεξαμενές, πλοία και ασφαλείς θαλάσσιες οδοί. Το 2026 έχει αποδείξει πόσο εύκολα μπορεί να διαταραχθεί καθένα από αυτά τα σημεία. Οι επιθέσεις σε υποδομές, η αβεβαιότητα στα Στενά του Ορμούζ, οι απώλειες ρωσικής διυλιστικής δυναμικότητας και τώρα ο περιορισμός των κινεζικών εξαγωγών έχουν μεταφέρει το κέντρο βάρους της κρίσης από το ίδιο το πετρέλαιο στα προϊόντα που τελικά καίει η πραγματική οικονομία.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η υποχώρηση του Brent δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε αντίστοιχη ανακούφιση για τον αγρότη, τον μεταφορέα ή τη βιομηχανία. Το diesel έχει αποκτήσει τη δική του δυναμική και, σε αρκετές αγορές, το πραγματικό φυσικό καύσιμο διαπραγματεύεται με πολύ μεγαλύτερη πίεση από εκείνη που υποδηλώνει ο διεθνής δείκτης του αργού. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι ίσως η πιο σημαντική ενεργειακή ιστορία αυτής της περιόδου.
Οι κυβερνήσεις το έχουν ήδη αντιληφθεί. Στις Ηνωμένες Πολιτείες επεκτάθηκε προσωρινά η δυνατότητα χρήσης του φορολογικά ευνοημένου κόκκινου diesel και σε χρήσεις από τις οποίες κανονικά αποκλείεται, προκειμένου να συγκρατηθεί το κόστος για τη γεωργία και τις μεταφορές. Στην Ευρώπη, η συζήτηση έχει μετακινηθεί στα στρατηγικά αποθέματα. Στην Κίνα, το κράτος επέλεξε να προστατεύσει πρώτα τη δική του εσωτερική αγορά. Τρεις διαφορετικές παρεμβάσεις, σε τρεις διαφορετικές οικονομίες, για το ίδιο πρόβλημα.
Η εικόνα από τις Ηνωμένες Πολιτείες δείχνει παράλληλα γιατί δεν υπάρχει γρήγορη λύση από την πλευρά της παραγωγής. Στις αρχές Οκτωβρίου λειτουργούσαν 456 εξέδρες πετρελαίου και 133 φυσικού αερίου. Το Permian παραμένει μακράν η μεγαλύτερη λεκάνη παραγωγής, με 270 ενεργές εξέδρες. Παρά την ανάκαμψη που ακολούθησε την κατάρρευση του 2020, ο αριθμός των ενεργών γεωτρήσεων παραμένει αισθητά χαμηλότερος από τα υψηλά προηγούμενων ετών. Η αμερικανική παραγωγή μπορεί να αυξηθεί, αλλά δεν είναι διακόπτης που ανοίγει σε μία εβδομάδα.
Αυτό κάνει και την απόφαση του OPEC+ να διατηρήσει αμετάβλητους τους στόχους παραγωγής λιγότερο παράδοξη απ’ όσο φαίνεται. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι απλώς να προστεθούν περισσότερα βαρέλια στο παγκόσμιο σύστημα. Είναι να μπορούν αυτά τα βαρέλια να μετακινηθούν, να διυλιστούν και να μετατραπούν στο προϊόν που πραγματικά λείπει. Η αγορά έχει αρκετές φορές μέσα στο 2026 αντιμετωπίσει έναν αριθμητικό πλεονασμό στα χαρτιά και μια πραγματική έλλειψη στο σωστό σημείο της αλυσίδας.
Για την ελληνική γεωργία, αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι φθινοπωρινές σπορές, οι μεταφορές, η άρδευση και οι μηχανικές εργασίες είναι δραστηριότητες στις οποίες το diesel παραμένει βασική εισροή. Μια περίοδος κατά την οποία η τιμή του βαρελιού υποχωρεί αλλά το περιθώριο του diesel διευρύνεται μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την προσδοκία ότι το ενεργειακό κόστος θα ακολουθήσει γρήγορα προς τα κάτω. Η σημερινή δομή της αγοράς δείχνει ότι αυτή η προσδοκία χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Η ενεργειακή κρίση, με άλλα λόγια, δεν έχει τελειώσει. Έχει αλλάξει θέση. Από την τιμή του αργού έχει περάσει στα διυλισμένα προϊόντα, στις θαλάσσιες διαδρομές και στη διαθεσιμότητα των φυσικών φορτίων. Αυτό εξηγεί γιατί ένα Brent κοντά στα 100 δολάρια μπορεί να συνυπάρχει με ακραία spreads στο diesel και γιατί η απόφαση μιας χώρας στην άλλη άκρη του κόσμου να κρατήσει τα καύσιμά της στο εσωτερικό μπορεί να φτάσει τελικά μέχρι το κόστος ενός τρακτέρ που μπαίνει στο χωράφι στην Ελλάδα.
Και ίσως αυτό είναι το στοιχείο που αξίζει περισσότερο να κρατήσει κανείς από τα σημερινά ταμπλό των αγορών. Το βαρέλι εξακολουθεί να είναι σημαντικό. Αλλά δεν λέει πλέον ολόκληρη την ιστορία.
