Η Ε.Επιτροπή λαμβάνει μέτρα για τη μη συμμόρφωση με την ποιότητα των υδάτων

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την περαιτέρω διαδικασία νόμιμης δίωξης κατά της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας, του Βελγίου, του Λουξεμβούργου, των Κάτω Χωρών, της Γαλλίας και της Ελλάδας λόγω της μη συμμόρφωσής τους με το δίκαιο της ΕΕ στο θέμα της νομοθεσίας για την ποιότητα των υδάτων. Όσον αφορά την επίμαχη νομοθεσία, πρόκειται για τις οδηγίες που αφορούν τα ύδατα κολυμβήσεως, το πόσιμο νερό, τα αστικά λύματα, τη νιτρορρύπανση και την απόρριψη επικίνδυνων ουσιών. Οι οδηγίες για τα ύδατα κολυμβήσεως και το πόσιμο νερό καθορίζουν ποιοτικά πρότυπα για το νερό που χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της κολυμβήσεως και προς πόση, αντιστοίχως, με απώτερο αντικειμενικό σκοπό την προστασία του κοινού. Η παραβίαση των σχετικών διατάξεων μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία. Στην οδηγία για τα αστικά λύματα καθορίζονται οι απαιτούμενες προδιαγραφές για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων από τα κύρια αστικά κέντρα και πόλεις, με αποτέλεσμα να ενισχύεται έτσι η αποφυγή της παραβίασης προτύπων, όπως για παράδειγμα τα πρότυπα που περιλαμβάνονται στην οδηγία για τα ύδατα κολυμβήσεως. Με την οδηγία για τη νιτρορρύπανση επιδιώκεται να συμπληρωθεί η μεταχείριση αυτή με τη μείωση της ρύπανσης που προέρχεται από τη γεωργία. Η οδηγία για τις επικίνδυνες ουσίες επιβάλλει τον έλεγχο της απόρριψης ρυπογόνων ουσιών από τις βιομηχανικές μονάδες και τις άλλες μορφές δραστηριοτήτων. Η παράλειψη της συμμόρφωσης με τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις του δικαίου γίνεται συχνά πασίδηλη στους ποταμούς, τις λίμνες και τα παράκτια ύδατα που έχουν ρυπανθεί.

Σχολιάζοντας σχετικά τις αποφάσεις, η αρμόδια για τα θέματα του περιβάλλοντος Επίτροπος, Margot Wallström, δήλωσε: "Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να ανταποκριθεί στην ειδική ανησυχία που διακατέχει την κοινωνία στο θέμα της επικράτησης υψηλών επιπέδων προστασίας των υδάτων, διασφαλίζοντας ότι τα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τη δέσμη της νομοθεσίας της ΕΕ που έχουν εγκρίνει προς το σκοπό αυτό. Εκείνο που έχει καίρια σημασία είναι όλα τα κράτη μέλη να συμπαραταχθούν πλήρως με την εν λόγω νομοθεσία, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι θα διασφαλισθεί η βιώσιμη διαχείριση της ποιότητας των υδάτων στην Ευρώπη."

Ελλάδα

Η Επιτροπή αποφάσισε να διαβιβάσει στην Ελλάδα επιστολή επίσημης καταγγελίας (πρώτη γραπτή προειδοποίηση) λόγω της παράλειψής της να χορηγήσει τις προσήκουσες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο υλοποιήθηκε η οδηγία για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων. Το μέτρο αυτό σχετίζεται ιδίως με την έλλειψη της γενικής έκθεσης για την υλοποίηση και των πληροφοριών για τους αντίστοιχους βιομηχανικούς κλάδους. Η Επιτροπή αποφάσισε να διαβιβάσει ανάλογες επιστολές σε διάφορα άλλα κράτη μέλη.

Προστασία των υδάτινων πόρων της Ευρώπης: συναφής νομοθεσία της ΕΕ

Η οδηγία για τις επικίνδυνες ουσίες αποτελεί ένα από πρωιμότερα κείμενα της νομοθεσίας της ΕΕ για το περιβάλλον. Με την οδηγία δημιουργείται το πλαίσιο για την αντιμετώπιση της ρύπανσης του υδάτινου περιβάλλοντος που προκαλείται από έναν εκτεταμένο κατάλογο επικίνδυνων ουσιών. Σύμφωνα με το εν λόγω πλαίσιο, στα κράτη μέλη επιβάλλεται η υποχρέωση να θεσπίσουν προγράμματα για τη μείωση της ρύπανσης, που συνεπάγονται τον καθορισμό δεσμευτικών στόχων ποιότητας για το υδάτινο περιβάλλον και τη θέσπιση συστήματος χορήγησης αδειών για την απόρριψη των ουσιών. Η Επιτροπή παρέπεμψε ορισμένα κράτη μέλη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου λόγω της μη συμμόρφωσής τους με τις διατάξεις της οδηγίας και το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ανάγκη τα προγράμματα για τη μείωση της ρύπανσης να είναι ειδικά, περιεκτικά και συντονισμένα.

Στόχος της οδηγίας για τη νιτρορρύπανση είναι να αποτραπεί η διοχέτευση στα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα υπερβολικών επιπέδων νιτρικών ενώσεων που οφείλονται στην παρουσία γεωργικών λιπασμάτων και γεωργικών αποβλήτων. Τα υπερβολικά επίπεδα νιτρικών ενώσεων προκαλούν ανεπιθύμητες οικολογικές μεταβολές στο υδάτινο περιβάλλον και αποτελούν παράγοντα για την εκρηκτική εξάπλωση των ζημιογόνων φυκιών.

Επηρεάζουν επίσης αντίξοα τη δημόσια υγεία. Με την οδηγία επιβαλλόταν στα κράτη μέλη η παρακολούθηση των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων, για τον εντοπισμό των υδάτινων πόρων που έχουν ρυπανθεί από τις νιτρικές ενώσεις και για τον χαρακτηρισμό των ευάλωτων ζωνών (δηλαδή των γεωργικών περιοχών εντατικής καλλιέργειας που συμπεριλαμβάνουν υδάτινους πόρους οι οποίοι έχουν ρυπανθεί από τις νιτρικές ενώσεις) έως τον Δεκέμβριο του 1993.

Αντικείμενο της οδηγίας για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων είναι η αντιμετώπιση της ρύπανσης από τις θρεπτικές ουσίες, τα βακτηρίδια και τους ιούς η οποία προκαλείται από τα αστικά λύματα. Η απόρριψη των αστικών λυμάτων, που οδηγεί στην απόρριψη υπερβολικών επιπέδων θρεπτικών ουσιών (και ιδίως φωσφορικών και νιτρικών ενώσεων) στους ποταμούς και τις θάλασσες, έχει ως συνέπεια τον «ευτροφισμό». Ο ευτροφισμός προκαλείται από την ιλιγγιώδη αύξηση της παρουσίας φωτοσυνθετικών οργανισμών - στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα φύκια - λόγω της μείωσης του επιπέδου του οξυγόνου καθώς οι αναερόβιοι οργανισμοί οδηγούν στη σήψη των νεκρών φυκιών, αλλά και που οφείλεται σε ορισμένες άλλες οικολογικές συνέπειες. Το τελικό αποτέλεσμα είναι να διαταράσσεται η ισορροπία των οργανισμών που συναντώνται στους υδάτινους πόρους και να υποβαθμίζεται η ποιότητα των υδάτων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε δραστική μεταβολή του οικοσυστήματος μίας λίμνης ή θάλασσας. Μπορεί μάλιστα να έχει ως συνέπεια να πεθάνει μεγάλος αριθμός ψαριών. Με τη διοχέτευση των ενδεχομένως επιβλαβών βακτηριδίων και ιών, οι απορρίψεις προκαλούν επίσης κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία στα ύδατα τα οποία χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της κολύμβησης ή της οστρακοκαλλιέργειας.


Με την οδηγία επιβάλλεται οι αστικές περιοχές, οι πόλεις και τα άλλα κέντρα συγκέντρωσης του πληθυσμού να εκπληρώνουν τις ελάχιστες προδιαγραφές για την περισυλλογή και την επεξεργασία των λυμάτων, με βάση τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται από την οδηγία. Οι προθεσμίες λήγουν στα τέλη του 1998, του 2000 και του 2005, ανάλογα με τον ευαίσθητο χαρακτήρα των υδάτων υποδοχής και το μέγεθος του εκάστοτε κέντρου συγκέντρωσης του πληθυσμού. Η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να έχουν προσδιορίσει τις ευαίσθητες περιοχές τους έως τις 31 Δεκεμβρίου του 1993 και να έχουν εκπληρώσει τις αυστηρές προδιαγραφές για την απόρριψη των λυμάτων απευθείας στις ευαίσθητες περιοχές ή τους συλλεκτήρες τους. Η διαδικασία αυτή όφειλε να έχει ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 1998 (συμπεριλαμβανομένης της απομάκρυνσης των θρεπτικών ουσιών οι οποίες συμβάλουν στο φαινόμενο του ευτροφισμού). Με την οδηγία επιβάλλονται επίσης ορισμένοι άλλοι υποχρεωτικοί όροι, συμπεριλαμβανομένων των όρων που αναφέρονται στην παρακολούθηση της απόρριψης των λυμάτων.

Στην οδηγία για το πόσιμο νερό θεσπίζονται οι ποιοτικές προδιαγραφές για το πόσιμο νερό. Η οδηγία αποτελεί βασικό μηχανισμό για την προστασία της δημόσιας υγείας. Οι εν λόγω προδιαγραφές εφαρμόζονται σε ολόκληρο φάσμα ουσιών, ιδιοτήτων και οργανισμών (που καλούνται παραμέτροι). Η οδηγία είναι ιδιαιτέρως αυστηρή σε ό,τι αφορά τις μικροβιολογικές παραμέτρους, λόγω των επιπτώσεων για τη δημόσια υγεία.

Η οδηγία για την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως έχει επίσης σημασία για τη δημόσια υγεία. Στόχος της είναι να εξασφαλιστεί ότι τα ύδατα κολύμβησης πληρούν ορισμένα ελάχιστα κριτήρια ποιότητας, με την καθιέρωση φάσματος δεσμευτικών και αυστηρότερων προδιαγραφών από την ΕΕ για ένα ολόκληρο φάσμα βασικών παραμέτρων (συμπεριλαμβανομένων των δεικτών για την ύπαρξη βακτηριδίων κοπράνων).

Με την οδηγία επιβάλλεται επίσης στα κράτη μέλη η υποχρέωση να προβαίνουν στον τακτικό έλεγχο της ποιότητας των υδάτων και να διαβιβάζουν σε ετήσια βάση εκθέσεις στην Επιτροπή, στις οποίες οφείλουν να παρέχουν τα λεπτομερή στοιχεία για την ποιότητα των υδάτων κολύμβησης. Η νόμιμη προθεσμία που είχε καθοριστεί για την εκπλήρωση των εν λόγω προδιαγραφών έληγε το 1985.

Νόμιμη διαδικασία

Αποτελώντας το θεματοφύλακα της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή υποχρεούται να διασφαλίσει ότι οι νόμιμες απαιτήσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη και από τη νομοθεσία η οποία εγκρίνεται βάσει της Συνθήκης γίνονται σεβαστές από τα κράτη μέλη. Η διαδικασία η οποία ακολουθείται στην προκειμένη περίπτωση σχετίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 226 της Συνθήκης, βάσει του οποίου παραχωρούνται στην Επιτροπή εξουσίες για τη λήψη νόμιμων μέτρων δίωξης σε βάρος κάποιου κράτους μέλους, το οποίο δεν σέβεται τις υποχρεώσεις του.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή θεωρήσει ότι ενδέχεται να έχει συντελεστεί κάποια παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας η οποία επιβάλλει την κίνηση της σχετικής διαδικασίας επί παραβιάσει, απευθύνει την «επιστολή επίσημης καταγγελίας» στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ζητώντας του να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός της καθοριζόμενης χρονικής προθεσμίας, η οποία ανέρχεται συνήθως σε ένα δίμηνο.


Υπό το φως της αντίστοιχης απάντησης ή της έλλειψης της σχετικής απάντησης από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει τη διαβίβαση της «αιτιολογημένης γνώμης» (ή δεύτερης γραπτής προειδοποίησης) στο κράτος μέλος. Στη γνώμη αυτή καθορίζονται σαφώς και οριστικά οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει υπάρξει παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας και καλεί το κράτος μέλος να συμμορφωθεί εντός της τασσόμενης χρονικής προθεσμίας, η οποία συνήθως ανέρχεται σε δύο μήνες.

Εάν το κράτος μέλος παραλείψει να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή ενδέχεται να αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Το άρθρο 228 της Συνθήκης παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να λάβει μέτρα σε βάρος ενός κράτους μέλους το οποίο δεν έχει συμμορφωθεί με κάποια προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το άρθρο επιτρέπει επίσης στην Επιτροπή να ζητήσει από το δικαστήριο την επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

Για τις τρέχουσες στατιστικές σε συνάρτηση με τις παραβιάσεις μπορείτε να ανατρέξετε γενικότερα στην εξής διεύθυνση:

http://europa.eu.int/comm/secretariat_general/sgb/droit_com/index_en.htm#infractions

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις