Του Θεόδωρου Ματακιάδη,
Γεωπόνος - Υπεύθυνος Στρατηγικής Καινοτομίας και Μετασχηματισμού στον Αγροδιατροφικό Τομέα

Η γεωργία έχει επιστρέψει δυναμικά στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής. Η κλιματική κρίση, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού έχουν καταστήσει την επισιτιστική ασφάλεια ζήτημα στρατηγικής σημασίας για τα κράτη και για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η γεωργία δεν είναι απλώς τομέας παραγωγής· είναι πεδίο άσκησης πολιτικής ισχύος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας δεν μπορεί να περιορίζεται στις επιδοτήσεις ή στην απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων. Πρέπει να εστιάζει στη γνώση: πώς παράγεται, πώς εξελίσσεται και πώς μεταφέρεται.
Η συγκεκριμένη πρόταση είναι σαφής: η Ελλάδα να επενδύσει συστηματικά στη δημιουργία διεθνών, αγγλόφωνων τμημάτων γεωπονικής και αγροδιατροφικής εκπαίδευσης, εντός των ελληνικών πανεπιστημίων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τμήματα που δεν θα απευθύνονται μόνο σε φοιτητές, αλλά και σε αγρότες, νέους παραγωγούς και επαγγελματίες της αγροδιατροφής από την Ελλάδα, την Ευρώπη και τρίτες χώρες.
Η Ελλάδα διαθέτει καταρτισμένα πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα και δομές με διεθνή εμπειρία, όπως το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο Χανίων και η Αμερικανική Γεωργική Σχολή. Δεν είναι απλώς αποδέκτης ξένης τεχνογνωσίας. Είναι παραγωγός γνώσης, με βαθιά εμπειρία σε μεσογειακά αγροτικά συστήματα, σε συνθήκες κλιματικής πίεσης και περιορισμένων πόρων.
Αυτά τα διεθνή τμήματα μπορούν να επιτελέσουν διττό ρόλο. Από τη μία, να λειτουργήσουν ως δημιουργοί νέας γνώσης, μέσα από έρευνα και πειραματικές εφαρμογές προσαρμοσμένες στις συνθήκες της Μεσογείου. Από την άλλη, να λειτουργήσουν ως μεταφραστές προηγμένων πρακτικών, μεταφέροντας και προσαρμόζοντας τεχνογνωσία από χώρες αιχμής σε περιβάλλοντα με διαφορετικές κλιματικές και κοινωνικές απαιτήσεις.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας ενισχύει αυτή τη στρατηγική επιλογή. Από τη Νότια και Ανατολική Μεσόγειο έως τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, χώρες με παρόμοια παραγωγικά χαρακτηριστικά αναζητούν αξιόπιστους εταίρους και εφαρμόσιμες λύσεις. Μέσα από διεθνή εκπαιδευτικά τμήματα, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς αυτές τις περιοχές, αναδεικνύοντας έναν δυναμικό, εξωστρεφή και πρακτικό ευρωπαϊκό ρόλο.
Η πρόταση αυτή έχει και σαφή γεωπολιτική διάσταση. Η εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη διαδικασία. Κάθε φοιτητής, κάθε αγρότης ή επαγγελματίας που έρχεται στην Ελλάδα για να εκπαιδευτεί σε αυτά τα διεθνή τμήματα επιστρέφει στη χώρα του όχι μόνο με τεχνικές δεξιότητες, αλλά και με εμπειρία από την Ελλάδα και την Ευρώπη. Γίνεται, ουσιαστικά, άτυπος πρεσβευτής της χώρας μας.
Σε έναν κόσμο όπου η επιρροή ασκείται όλο και περισσότερο μέσω της γνώσης και της συνεργασίας, η επένδυση σε διεθνή τμήματα αγροτικής εκπαίδευσης επιτρέπει στην Ελλάδα να ενισχύσει τη θέση της εντός της ΕΕ, όχι ως παθητικός αποδέκτης πολιτικών, αλλά ως ενεργός συνδιαμορφωτής λύσεων σε έναν τομέα κρίσιμο για τη σταθερότητα των επόμενων δεκαετιών.
Η γεωργία, τελικά, δεν είναι μόνο ζήτημα παραγωγής τροφίμων. Είναι ζήτημα γνώσης, επιρροής και στρατηγικής παρουσίας. Και η δημιουργία διεθνών τμημάτων εκπαίδευσης μπορεί να αποτελέσει ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία της Ελλάδας σε αυτό το πεδίο.
Το άρθρο εκφράζει τις προσωπικές απόψεις του γράφοντος.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις