* Του Γ. Μπακόλα
Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνη αυταπάτη για ένα κράτος από το να πιστεύει ότι μπορεί να συζητά για το μέλλον της τροφής χωρίς εκείνους που τη γεννούν. Σε εποχές αβεβαιότητας, όπου η γη δοκιμάζεται από το κόστος, το κλίμα, την εγκατάλειψη και τη θεσμική κόπωση, ο τρόπος με τον οποίο μια χώρα στέκεται απέναντι στους αγρότες της δεν είναι μια απλή διοικητική επιλογή. Είναι μέτρο ευθύνης, μέτρο σοβαρότητας, μέτρο ιστορικής συνείδησης. Και όταν εκείνοι που κρατούν ακόμη ζωντανή την παραγωγή νιώθουν ότι απουσιάζουν από τη στιγμή που χαράσσεται η επόμενη μεγάλη αγροτική πολιτική, τότε το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο τον κλάδο τους και αγγίζει την ίδια τη χώρα.
Υπάρχουν εποχές όπου μια κοινωνία αποκαλύπτει τις πραγματικές της προτεραιότητες, όχι από αυτά που διακηρύσσει, αλλά από αυτούς που αφήνει έξω από την αίθουσα. Στην Ελλάδα, ο αγρότης έχει μάθει να ζει με αυτή τη σιωπηλή αντίφαση. Όλοι μιλούν γι’ αυτόν, λίγοι μιλούν μαζί του. Όλοι αναγνωρίζουν ότι ο πρωτογενής τομέας είναι κρίσιμος για την οικονομία, την περιφέρεια, την κοινωνική συνοχή και την επισιτιστική ασφάλεια, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγάλης συζήτησης, εκείνος που κρατά ακόμη το χώμα στα χέρια του μοιάζει να στέκεται πάλι στο περιθώριο.
Αυτό ήταν και το πιο βαρύ αποτύπωμα της εκδήλωσης για την έναρξη της διαβούλευσης της νέας ΚΑΠ. Όχι κάποια λάθος φράση, ούτε κάποιο θεσμικό ολίσθημα, αλλά η ίδια η εικόνα μιας συζήτησης που ξεκίνησε με το βάρος των θεσμών και όχι με το βάρος της γης. Υπουργοί, κυβερνητικά στελέχη, κοινοβουλευτικοί παράγοντες, υπηρεσιακοί μηχανισμοί, φορείς και εκπρόσωποι της οργανωμένης θεσμικής ζωής έδωσαν τον τόνο σε μια διαδικασία που υποτίθεται ότι αφορά πρώτα απ’ όλα εκείνον που παράγει. Και κάπου εκεί γεννήθηκε ξανά η παλιά αίσθηση ότι στην Ελλάδα ο αγρότης καλείται συνήθως να επιβεβαιώσει πολιτικές που έχουν ήδη ειπωθεί γι’ αυτόν, αντί να τις θεμελιώσει ο ίδιος με την εμπειρία του.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί αυτή η εικόνα ενοχλεί. Η νέα ΚΑΠ δεν είναι μια τεχνική άσκηση γραφειοκρατίας. Είναι η πολιτική απάντηση στο ερώτημα αν η ύπαιθρος θα συνεχίσει να αντέχει. Είναι το εργαλείο που θα κρίνει αν ο μικρός και μεσαίος παραγωγός θα μπορέσει να σταθεί όρθιος μέσα σε ένα περιβάλλον κόστους, αβεβαιότητας, κλιματικής πίεσης και διαδοχικών απογοητεύσεων. Είναι το πλαίσιο που θα καθορίσει ποιοι θα μείνουν στη γη τους, ποιοι θα επενδύσουν, ποιοι θα εγκαταλείψουν και ποιοι δεν θα επιστρέψουν ποτέ.
Και όμως, την ώρα που στην Αθήνα άνοιγε αυτή η μεγάλη συζήτηση, οι πραγματικοί αγρότες δεν βρίσκονταν στα πολυτελή ξενοδοχεία αλλά στα χωράφια. Ήταν εκεί όπου πάντα κρίνονται τα πράγματα, στη σπορά, στην αγωνία της καλλιεργητικής περιόδου, στην προσπάθεια να σωθεί ό,τι σώζεται σε μια ακόμη δύσκολη χρονιά. Γιατί αυτή είναι η αλήθεια που συχνά λείπει από τις επίσημες εκδηλώσεις. Ο αγρότης δεν έχει την πολυτέλεια της συμβολικής παρουσίας. Ζει με το άγχος της πληρωμής, με την αβεβαιότητα του καιρού, με το κόστος των εισροών, με τη φθορά της αναμονής, με την πικρή πεποίθηση ότι οι κακές χρονιές δεν είναι πια εξαίρεση αλλά αλληλουχία.
Κάπου εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει αφήσει πίσω του ένα βαθύ ίχνος δυσπιστίας, όχι μόνο επειδή υπάρχουν εκκρεμότητες και καθυστερήσεις, αλλά επειδή έχει διαμορφωθεί στην ύπαιθρο η αίσθηση ότι το κράτος θυμάται τον παραγωγό περισσότερο ως αριθμό δικαιούχου παρά ως άνθρωπο που περιμένει να ζήσει από τη δουλειά του. Και όταν αυτή η δυσπιστία συναντά μια νέα διαβούλευση υψηλού επιπέδου, χωρίς την καθαρή, ορατή και ζωντανή παρουσία των ίδιων των παραγωγών, τότε η απόσταση μεγαλώνει ακόμη περισσότερο.
Στο μέσο αυτής της απόστασης στέκει μια φράση που θα έπρεπε να ακουστεί όχι ως ρητορική, αλλά ως εθνική υπενθύμιση. «Καμιά κοινωνία δεν προοδεύει αν αδυνατίζουν εκείνοι που την θρέφουν». Αυτό δεν είναι απλώς ένα ηθικό σχήμα. Είναι μια πολιτική αλήθεια. Μια χώρα που αφήνει τον πρωτογενή της τομέα να εξαντλείται, δεν αποδυναμώνει μόνο μια επαγγελματική κατηγορία. Αποδυναμώνει την αυτάρκειά της, τη συνοχή της περιφέρειας, την ανθεκτικότητα της οικονομίας της και τελικά την ίδια της την ανεξαρτησία. Η γεωργία δεν είναι ένας ρομαντικός επίλογος της ανάπτυξης. Είναι ένας από τους όρους της επιβίωσής της.
Όμως η αλήθεια, αν θέλει να είναι πλήρης, οφείλει να είναι και πιο αυστηρή. Δεν φταίνε μόνο οι πολιτικοί. Φταίει και ένα μέρος του ίδιου του αγροτικού κόσμου, όταν έχει συνηθίσει να περιμένει τις λύσεις ως μάννα εξ ουρανού, όταν αναθέτει σε άλλους την αγωνία της διεκδίκησης, όταν αρκείται στη διαμαρτυρία της στιγμής αλλά όχι στην επιμονή της οργάνωσης, όταν ζητά σωτηρία χωρίς σταθερή συμμετοχή, χωρίς συλλογικό σχέδιο, χωρίς διαρκή πίεση εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Καμία πολιτεία δεν σέβεται πραγματικά έναν κόσμο που δεν απαιτεί συστηματικά να ακουστεί. Και καμία τάξη δεν αλλάζει τη θέση της στην ιστορία, αν περιμένει να τη σώσουν εκείνοι που βολεύονται από τη σιωπή της.
Αυτό είναι ίσως το πιο δυσάρεστο αλλά και το πιο αναγκαίο συμπέρασμα. Η κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος και τον αγρότη δεν είναι μονόπλευρη. Από τη μία βρίσκεται μια διοίκηση που συχνά μιλά για τον παραγωγό χωρίς να τον βάζει στο πραγματικό κέντρο. Από την άλλη βρίσκεται ένας κόσμος που πολλές φορές έχει μάθει να αντέχει περισσότερο απ’ όσο διεκδικεί, να περιμένει περισσότερο απ’ όσο παρεμβαίνει, να ελπίζει περισσότερο απ’ όσο οργανώνεται. Αυτή η συνήθεια της αναμονής, όσο ανθρώπινη και αν είναι, καταλήγει τελικά να λειτουργεί υπέρ εκείνων που θέλουν τον αγρότη παρόντα μόνο στην παραγωγή και απόντα από την απόφαση.
Όταν μια κυβέρνηση ξεκινά τη συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας με εικόνα υπερπληθώρας θεσμικών παρουσιών και με αδύναμη αίσθηση του πραγματικού παραγωγού, τότε κινδυνεύει να στείλει ακριβώς το λάθος μήνυμα. Ότι ο αγρότης εξακολουθεί να θεωρείται το αντικείμενο της πολιτικής και όχι ο φυσικός της πυρήνας. Ότι η διοίκηση πιστεύει πως μπορεί να σχεδιάσει για τη γη χωρίς να αφουγκραστεί επαρκώς εκείνον που τη δουλεύει.
Αυτό είναι και το πιο επικίνδυνο σημείο για τη νέα ΚΑΠ: Να μιλήσει σωστά αλλά να ακούσει λάθος. Να έχει τις σωστές λέξεις, ανθεκτικότητα, ανταγωνιστικότητα, πράσινη προσαρμογή, ανανέωση γενεών, νερό, καινοτομία, αλλά να ξεχάσει το θεμελιώδες, ότι καμία μεταρρύθμιση δεν αποκτά κύρος όταν δεν αναγνωρίζει στην πράξη ποιος πληρώνει το κόστος της μετάβασης. Και το κόστος αυτό, στην ελληνική γεωργία, το πληρώνει πρώτος ο παραγωγός.
Ο αγρότης σήμερα δεν ζητά θαυμασμό. Δεν ζητά μεγαλόστομες αναφορές. Δεν ζητά να τον αντιμετωπίζουν σαν εθνικό σύμβολο μόνο στις επετειακές τοποθετήσεις. Ζητά κάτι πιο ουσιαστικό. Να λογίζεται ως ο πρώτος συνομιλητής και όχι ως ο τελευταίος αποδέκτης αποφάσεων. Όμως για να συμβεί αυτό, οφείλει και ο ίδιος να αρνηθεί τον ρόλο του σιωπηλού αποδέκτη. Να βγει από την παθητική αναμονή, να επενδύσει περισσότερο στη συλλογική έκφραση, να απαιτήσει θεσμική θέση, διαφάνεια, συνέχεια και λογοδοσία. Η γεωργία δεν περιμένει και ο αγρότης δεν έχει πια το δικαίωμα να περιμένει παθητικά μαζί της.
Η Ελλάδα έχει σήμερα ανάγκη από μια νέα σχέση με τον πρωτογενή τομέα. Όχι άλλη μια σχέση διακηρύξεων, αλλά μια σχέση εμπιστοσύνης, ευθύνης και αμοιβαίας αφύπνισης. Όχι άλλη μια ΚΑΠ που θα μιλήσει όμορφα, αλλά μια ΚΑΠ που θα ξεκινήσει από τη σωστή αφετηρία. Από τον άνθρωπο της υπαίθρου, από τη μικρή και μεσαία εκμετάλλευση, από τον νέο που σκέφτεται αν έχει λόγο να μείνει, από τον παλιό που αναρωτιέται αν αντέχει άλλη μία χρονιά έτσι.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η δύναμη μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από τα υπουργεία της, αλλά και από το αν εκείνοι που τη θρέφουν μπορούν ακόμη να σταθούν όρθιοι. Και αν η νέα ΚΑΠ θέλει πράγματι να γίνει μια αρχή, τότε οφείλει να ξεκινήσει με λιγότερη σκηνοθεσία και περισσότερη αλήθεια, με λιγότερη απόσταση και περισσότερη γη, με λιγότερους διαμεσολαβητές και περισσότερες καθαρές φωνές. Μα για να ακουστούν αυτές οι φωνές, πρέπει και οι ίδιοι οι αγρότες να πάψουν να περιμένουν τη σωτηρία από πάνω. Η γη δίδαξε πάντοτε ένα απλό μάθημα, τίποτα δεν καρπίζει από μόνο του. Ούτε και η αξιοπρέπεια.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις