Η γεωμετρία των αχρεωστήτων

Τα ειδοποιητήρια για την ΕΑΕ 2023 επαναφέρουν το ζήτημα της διαφάνειας στους ελέγχους, της ακρίβειας των χαρτογραφικών δεδομένων και της ανάγκης να γνωρίζει ο παραγωγός, με σαφήνεια, γιατί μειώθηκε η ενίσχυσή του.

Τα ειδοποιητήρια που λαμβάνουν παραγωγοί για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά δεν αποτελούν μια απλή διοικητική εκκρεμότητα. Αναδεικνύουν, ξανά, ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία του συστήματος αγροτικών ενισχύσεων, τη σχέση ανάμεσα στον έλεγχο, την πληρωμή και την ενημέρωση του δικαιούχου.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο των σχετικών ειδοποιήσεων, μετά την ολοκλήρωση διοικητικών, επιτόπιων και διασταυρωτικών μηχανογραφικών ελέγχων για το έτος αιτήσεων 2023, διαπιστώθηκαν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με κριτήρια επιλεξιμότητας ή άλλες υποχρεώσεις που συνδέονται με τη χορήγηση των ενισχύσεων. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί σε μειώσεις ή σε αναζήτηση ποσών που θεωρείται ότι καταβλήθηκαν χωρίς να υπάρχει τελικά πλήρης δικαίωση.

Στην πράξη, το ζήτημα αφορά κυρίως τη Βασική Εισοδηματική Στήριξη για τη Βιωσιμότητα, καθώς οι έλεγχοι εντόπισαν αγροτεμάχια που, σύμφωνα με το χαρτογραφικό υπόβαθρο, εμπίπτουν μερικώς ή ολικώς σε μη επιλέξιμη έκταση. Σε άλλες περιπτώσεις, η έκταση που προέκυψε από τον έλεγχο εμφανίζεται μικρότερη από τη δηλωθείσα, ενώ αναφέρονται και περιπτώσεις όπου το άθροισμα των ευρεθεισών εκτάσεων υπερβαίνει την επιλέξιμη έκταση μιας ενότητας.

Με απλά λόγια, ο παραγωγός μπορεί να είχε δηλώσει μια έκταση και να πληρώθηκε βάσει αυτής, αλλά μεταγενέστερος διασταυρωτικός έλεγχος να υπολογίζει ότι η πραγματικά επιλέξιμη έκταση ήταν μικρότερη. Εκεί ακριβώς γεννιέται η διαφορά ανάμεσα στο ποσό που καταβλήθηκε και στο ποσό που, κατά τη διοίκηση, έπρεπε να έχει καταβληθεί.

Το νομικό πλαίσιο δεν αφήνει πολλά περιθώρια αδράνειας στη διοίκηση. Το άρθρο 30 του Εκτελεστικού Κανονισμού, ΕΕ, 2022/128 προβλέπει ότι, για κάθε αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό που προκύπτει ως επακόλουθο παρατυπίας ή αμέλειας, τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν σύστημα που διασφαλίζει την υποβολή αίτησης ανάκτησης και την καταγραφή των ποσών στο βιβλίο οφειλετών. Ο ίδιος κανονισμός αναφέρεται επίσης σε διαδικασίες ανάκτησης, συμψηφισμού και, όπου απαιτείται, αναγκαστικής εκτέλεσης.

Στο ελληνικό δίκαιο, το άρθρο 69 του ν. 5264/2025 αντικατέστησε το άρθρο 28 του ν. 2520/1997 και ρυθμίζει τη διαδικασία επιστροφής παρανόμως ή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σε βάρος του ΕΛΕΓΕΠ. Η διάταξη προβλέπει ότι, όταν διαπιστώνεται παράνομη ή αχρεώστητη καταβολή, η αρμόδια οργανική μονάδα της ΑΑΔΕ καλεί τον ενδιαφερόμενο να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του και να προσκομίσει συμπληρωματικά στοιχεία. Προβλέπει επίσης ότι η έκθεση ελέγχου πρέπει να αναφέρει τους λόγους της αδικαιολόγητης ή μη δαπάνης, το ύψος του ποσού προς επιστροφή και τον τρόπο υπολογισμού του.

Αυτό το τελευταίο σημείο είναι και το πιο κρίσιμο. Η ανάκτηση ποσών μπορεί να είναι νόμιμη και επιβεβλημένη, αλλά η νομιμότητα της διαδικασίας πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή αιτιολόγηση. Ο παραγωγός δεν αρκεί να ενημερωθεί ότι προέκυψε μείωση. Πρέπει να γνωρίζει ποιο αγροτεμάχιο αφορά, ποια ήταν η δηλωθείσα έκταση, ποια έκταση αναγνωρίστηκε μετά τον έλεγχο, ποιο τμήμα κρίθηκε μη επιλέξιμο και πώς η διαφορά αυτή μεταφράστηκε σε οικονομική περικοπή.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι οι οργανισμοί πληρωμών της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής οφείλουν να διασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών, αλλά και ότι μια αίτηση εγκρίνεται για πληρωμή μόνο μετά τη διενέργεια επαρκών ελέγχων. Η ίδια λογική όμως προϋποθέτει ότι ο δικαιούχος μπορεί να κατανοήσει τον έλεγχο που τον αφορά και να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμα παρατηρήσεων ή αντίκρουσης.

Η μετάβαση της διαδικασίας σε ψηφιακό περιβάλλον προσθέτει μια ακόμη παράμετρο. Η εφαρμογή για τα Αχρεώστητα Πρώτου Πυλώνα λειτουργεί ως βασικό σημείο πρόσβασης για τους παραγωγούς, ενώ ο ΟΠΕΚΕΠΕ παραπέμπει τους δικαιούχους στην ειδική πύλη και στο σχετικό εγχειρίδιο χρήσης. Ωστόσο, για έναν αγρότη που δεν παρακολουθεί καθημερινά ψηφιακές εφαρμογές, η κοινοποίηση μέσω ηλεκτρονικού λογαριασμού δεν έχει την ίδια πρακτική βαρύτητα με μια άμεση και σαφή ειδοποίηση που εξηγεί αναλυτικά το αντικείμενο της διαφοράς.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Δεν αμφισβητείται η ανάγκη ελέγχων. Αμφισβητείται η επάρκεια της ενημέρωσης όταν ο παραγωγός καλείται να απαντήσει σε μια διοικητική πράξη χωρίς να έχει μπροστά του πλήρη, εύληπτη και εξατομικευμένη εικόνα του προβλήματος. Αν το ειδοποιητήριο δεν δείχνει με σαφήνεια τα συγκεκριμένα αγροτεμάχια και τον τρόπο υπολογισμού, τότε η δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων αποδυναμώνεται στην πράξη.

Το ερώτημα γιατί δεν πληρώθηκαν σωστά οι αγρότες δεν έχει μία μόνο απάντηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόκλιση φαίνεται να συνδέεται με το χαρτογραφικό υπόβαθρο και τον προσδιορισμό της επιλέξιμης έκτασης. Σε άλλες, με διαφορές ανάμεσα στη δηλωθείσα και στην ευρεθείσα έκταση. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις υπέρβασης επιλέξιμης έκτασης ενότητας, καθώς και αναφορές σε μείωση της αξίας δικαιωμάτων. Όλα αυτά μπορεί να επηρεάσουν το τελικό ποσό της ενίσχυσης, ακόμη και αν ο παραγωγός θεωρούσε ότι η δήλωσή του είχε υποβληθεί κανονικά.

Η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι τέτοια ζητήματα δεν συνδέονται πάντοτε με πρόθεση του δικαιούχου. Τον Οκτώβριο του 2024, το ΥΠΑΑΤ είχε αναφερθεί δημόσια σε σφάλμα πληρωμών του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο αποδόθηκε στη λανθασμένη χρήση της γραμμής δικαιωμάτων του 2021 αντί της ορθής γραμμής του 2022. Σύμφωνα με την τότε ανακοίνωση, το σφάλμα αφορούσε 197.034 δικαιούχους και ποσό 52.382.946,81 ευρώ.

Η αναφορά αυτή έχει σημασία, διότι δείχνει ότι οι αχρεώστητες καταβολές μπορεί να προκύψουν και από τεχνικές ή διοικητικές αστοχίες του συστήματος. Ο παραγωγός μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με επιστροφή ποσού όχι επειδή ενήργησε παρατύπως, αλλά επειδή το σύστημα υπολόγισε, επανυπολόγισε ή διόρθωσε μεταγενέστερα μια πληρωμή. Γι’ αυτό η διοίκηση οφείλει να διαχωρίζει με σαφήνεια την περίπτωση πραγματικής μη συμμόρφωσης από την περίπτωση συστημικής ή τεχνικής διόρθωσης.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν και οι περιπτώσεις στις οποίες το ειδοποιητήριο αναφέρει μηδενικό ποσό επιστροφής, αλλά χρησιμοποιεί τυποποιημένη γλώσσα περί αχρεωστήτων, προθεσμιών και ενδεχόμενων περαιτέρω ενεργειών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διοίκηση οφείλει να διευκρινίζει αν πρόκειται για απλή ενημέρωση, για τεχνική εγγραφή, για πράξη χωρίς οικονομική συνέπεια ή για στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει μελλοντικές πληρωμές.

Η αντικειμενική ανάγνωση της υπόθεσης οδηγεί σε ένα καθαρό συμπέρασμα. Η χώρα χρειάζεται αυστηρούς ελέγχους στις αγροτικές ενισχύσεις, αλλά χρειάζεται και διοίκηση που εξηγεί με ακρίβεια τις αποφάσεις της. Η δημοσιονομική προστασία των ευρωπαϊκών πόρων δεν μπορεί να λειτουργεί χωριστά από την προστασία της εμπιστοσύνης του παραγωγού προς το σύστημα.

Αν η νέα αρχιτεκτονική πληρωμών και ελέγχων θέλει να κερδίσει αξιοπιστία, πρέπει να κάνει κάτι περισσότερο από το να αναζητά ποσά. Πρέπει να μπορεί να απαντά, με τρόπο απλό και τεκμηριωμένο, σε τρεις βασικές ερωτήσεις κάθε αγρότη. Ποιο χωράφι έχει πρόβλημα. Ποια έκταση αναγνωρίστηκε τελικά. Πώς προέκυψε το ποσό που ζητείται ή συμψηφίζεται.

Μέχρι να απαντώνται αυτές οι ερωτήσεις με σαφήνεια, τα αχρεώστητα θα παραμένουν όχι μόνο λογιστική εκκρεμότητα, αλλά ένδειξη μιας βαθύτερης δυσλειτουργίας. Ενός συστήματος που επιχειρεί να γίνει αυστηρότερο, χωρίς ακόμη να έχει γίνει όσο διαφανές χρειάζεται.

του Γ.Παπαδόπουλου 

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις