Οι τιμές με το σταγονόμετρο, οι αγροτικές εισροές με το γκάζι

Του Γ. Παπαδόπουλου

Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι μέσες τιμές της ελληνικής αγροτικής παραγωγής αυξήθηκαν μόλις κατά 1,6%, ενώ οι τιμές αγροτικών εισροών κινήθηκαν κατά 5,6% υψηλότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η απόσταση αφορά γεωργούς και κτηνοτρόφους και διαμορφώθηκε στους μήνες κατά τους οποίους οι εκμεταλλεύσεις πλήρωναν καύσιμα, λιπάσματα και εφόδια για να κρατήσουν την παραγωγή σε κίνηση.

Η Ελλάδα απέφυγε την πτώση των τιμών παραγωγού που καταγράφηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν απέφυγε, όμως, την πίεση στο κόστος. Οι εισροές ακρίβυναν με ρυθμό περίπου τρεισήμισι φορές ταχύτερο από εκείνον των προϊόντων που βγαίνουν από το χωράφι και τη μονάδα. Αυτή είναι η ψαλίδα που τελικά μετρά στο ταμείο του παραγωγού.

Σε πρώτη ανάγνωση, η ελληνική εικόνα μοιάζει καλύτερη από την ευρωπαϊκή. Σε 20 κράτη-μέλη οι τιμές της αγροτικής παραγωγής υποχώρησαν, ενώ ο κοινοτικός μέσος όρος σημείωσε πτώση 5,8% για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο. Την ίδια στιγμή, οι εισροές στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν κατά 4,7%. Οι σχετικοί δείκτες τοποθετούν την Ελλάδα στη μικρή ομάδα των χωρών με θετικό πρόσημο στις τιμές παραγωγής, αλλά και με ακριβότερο λογαριασμό για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.

Η διαφορά των περίπου τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων δεν μπορεί να μεταφραστεί μηχανικά σε αντίστοιχη απώλεια εισοδήματος. Οι δείκτες δεν περιλαμβάνουν τις ποσότητες που παρήχθησαν, τις αποδόσεις, τον χρόνο πώλησης ή το διαφορετικό βάρος κάθε δαπάνης. Αποτυπώνουν, ωστόσο, μια σαφή μεταβολή στους όρους με τους οποίους παράγεται το αγροτικό εισόδημα.

Η φυτική παραγωγή στο σύνολό της κατέγραψε οριακή άνοδο τιμών κατά 0,4%. Στα δημητριακά η αύξηση περιορίστηκε στο 1,8%, ενώ στα φρούτα σημειώθηκε πτώση 5,3%. Καλύτερη ήταν η εικόνα στα λαχανικά και τα κηπευτικά με +8,9%, στις ελιές με +9,2% και στο ελαιόλαδο με +5,7%. Πρόκειται, όμως, για μέσους δείκτες. Δεν σημαίνει ότι κάθε παραγωγός πούλησε ακριβότερα ούτε ότι η αύξηση κάλυψε μια χαμηλότερη στρεμματική απόδοση.

Στην κτηνοτροφία, οι τιμές των ζώων αυξήθηκαν περίπου 6% και του γάλακτος κατά 4%. Η ελληνική τάση στο γάλα διαφέρει αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου καταγράφηκε πτώση 16,6%. Το ερώτημα για τον κτηνοτρόφο, πάντως, παραμένει το ίδιο. Πόσο από αυτή την αύξηση μένει στη μονάδα μετά τις ζωοτροφές, την ενέργεια, τις κτηνιατρικές δαπάνες και τη χρηματοδότηση;

Στην πλευρά των εξόδων, οι μεταβολές είναι πολύ εντονότερες. Η ενέργεια και τα λιπαντικά στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 13%, τα καύσιμα κίνησης κατά 17,6% και τα λιπάσματα μαζί με τα βελτιωτικά εδάφους κατά 10,3%. Στα αζωτούχα λιπάσματα η αύξηση έφθασε το 11,5%. Η πίεση αυτή έρχεται να προστεθεί στις ήδη καταγεγραμμένες ανησυχίες για το κόστος των λιπασμάτων, τις διεθνείς ανατιμήσεις της ουρίας και τον κίνδυνο η στενότητα στο ντίζελ να περάσει βαθύτερα στο κόστος παραγωγής.

Η αντίφαση φαίνεται καθαρότερα στα σιτηρά. Ο παραγωγός είδε τον σχετικό δείκτη τιμών να αυξάνεται κατά 1,8%, ενώ τα λιπάσματα ακρίβυναν κατά 10,3% και τα καύσιμα κίνησης κατά 17,6%. Οι δείκτες δεν έχουν το ίδιο βάρος σε κάθε εκμετάλλευση, αλλά εξηγούν γιατί η ανησυχία των καλαμποκοπαραγωγών για κόστος και τιμές επιμένει ακόμη και όταν η αγορά εμφανίζει οριακά θετικές μεταβολές.

Η ελληνική γεωργία δεν βρίσκεται, λοιπόν, μπροστά σε μια γενικευμένη πτώση των τιμών της. Βρίσκεται απέναντι σε κάτι λιγότερο θεαματικό, αλλά εξίσου επίμονο: η αξία όσων πουλά αυξάνεται πολύ πιο αργά από την τιμή όσων χρειάζεται για να συνεχίσει να παράγει.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις