Άνεση αποθεμάτων στις αγορές δημητριακών, αλλά αυξάνεται η πίεση για τη νέα σοδειά

Οι διεθνείς αγορές δημητριακών παραμένουν σταθερές προς το τέλος της περιόδου 2025/26, καθώς τα υψηλά αποθέματα και οι αυξημένες προβλέψεις παραγωγής ενισχύουν την εικόνα επάρκειας στην παγκόσμια προσφορά.

Ο FAO αναθεώρησε ανοδικά τις τελευταίες εκτιμήσεις του για την παραγωγή των περισσότερων βασικών δημητριακών το 2025. Η παγκόσμια παραγωγή προβλέπεται πλέον στους 3,040 δισ. τόνους, αυξημένη κατά 6% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά.

Οι εκτιμήσεις για το σιτάρι και το καλαμπόκι αυξήθηκαν κατά περίπου 2 εκατ. τόνους αντίστοιχα, κυρίως λόγω αναθεωρήσεων προς τα πάνω στην Ευρώπη. Την ίδια ώρα, η παγκόσμια παραγωγή ρυζιού αναμένεται να αυξηθεί κατά 2% το 2025/26 και να φτάσει στο ιστορικό υψηλό των 563,4 εκατ. τόνων, σε λευκασμένη βάση.

Η χρήση δημητριακών κινείται επίσης ανοδικά. Για την περίοδο 2025/26, η παγκόσμια κατανάλωση προβλέπεται στους 2,946 δισ. τόνους, αυξημένη κατά 70,6 εκατ. τόνους ή 2,5% σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν. Η αύξηση αφορά όλα τα βασικά δημητριακά, κυρίως το καλαμπόκι, το ρύζι και το σιτάρι.

Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης προέρχεται από τη χρήση καλαμποκιού για ζωοτροφές, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί κατά 33,3 εκατ. τόνους ή 4,5%. Οι μεγάλες συγκομιδές έχουν καταστήσει διαθέσιμες ποσότητες, τόσο για την εγχώρια αγορά όσο και για εξαγωγές, σε ελκυστικές τιμές.

Η χρήση σιταριού αναθεωρήθηκε οριακά προς τα πάνω. Αν και η χρήση για τρόφιμα μειώθηκε μετά από ιστορικές αναθεωρήσεις στο Ιράν, το Μεξικό και την Τουρκία, η πτώση αυτή αντισταθμίστηκε από υψηλότερες εκτιμήσεις για χρήση σε ζωοτροφές και άλλες χρήσεις στις ίδιες χώρες.

Στο ρύζι, παρά τη μείωση κατά 0,4 εκατ. τόνους σε σχέση με τον Απρίλιο, η παγκόσμια χρήση προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,6% και να φτάσει στο ιστορικό υψηλό των 555,1 εκατ. τόνων. Η άνοδος αποδίδεται στη συνεχιζόμενη ισχυρή ζήτηση για διατροφική χρήση, αλλά και για μη διατροφικές βιομηχανικές εφαρμογές.

Ισχυρή εικόνα καταγράφεται και στα αποθέματα. Ο FAO προβλέπει ότι τα παγκόσμια αποθέματα δημητριακών στο τέλος των περιόδων του 2026 θα φτάσουν τους 954,6 εκατ. τόνους, αυξημένα κατά 9,6% σε σχέση με τα αρχικά επίπεδα. Η εκτίμηση δείχνει αποθέματα-ρεκόρ για το σιτάρι και το ρύζι.

Ο παγκόσμιος δείκτης αποθεμάτων προς χρήση αναμένεται να αυξηθεί από 29,6% την περίοδο 2024/25 σε 32,3%, επίπεδο που δείχνει άνετη προσφορά. Τα αποθέματα ρυζιού στο τέλος των εμπορικών ετών 2025/26 προβλέπεται να φτάσουν στο υψηλό των 219,8 εκατ. τόνων, αυξημένα κατά 4,4% σε ετήσια βάση. Η ποσότητα αυτή επαρκεί για να καλύψει 4,7 μήνες της προβλεπόμενης παγκόσμιας χρήσης ρυζιού.

Το διεθνές εμπόριο δημητριακών προβλέπεται επίσης αυξημένο. Για την περίοδο 2025/26, σε βάση Ιουλίου-Ιουνίου, αναμένεται στους 504,3 εκατ. τόνους, αυξημένο κατά 18,9 εκατ. τόνους ή 3,9% από το επίπεδο του 2024/25. Παρά τις διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο βασικών προϊόντων, οι ροές δημητριακών διατήρησαν τον αναμενόμενο ρυθμό τους στους πρώτους μήνες του 2026.

Το διεθνές εμπόριο ρυζιού προβλέπεται στους 60 εκατ. τόνους το 2026, σχεδόν αμετάβλητο σε σχέση με τις εκτιμήσεις του Απριλίου. Αν και το επίπεδο αυτό είναι 1,6% χαμηλότερο από το υψηλό του 2025, παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος όγκος που έχει καταγραφεί, με στήριξη από τις αγορές χωρών στην Αφρική και την Ευρώπη, καθώς και από την ανάκαμψη των εισαγωγών στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.

Παρά τη σημερινή άνεση στην αγορά, οι προοπτικές για τις καλλιέργειες του 2026 εμφανίζονται πιο σύνθετες. Η τελευταία πρόβλεψη του FAO για την παγκόσμια παραγωγή σιταριού το 2026 μειώθηκε οριακά και διαμορφώνεται στους 817 εκατ. τόνους.

Πρόκειται για πτώση περίπου 2% σε ετήσια βάση, αν και η παραγωγή παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.

Η αβεβαιότητα συνδέεται με την αύξηση του κόστους εισροών, κυρίως ενέργειας και λιπασμάτων, μετά το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Σε συνδυασμό με τις πιο ήπιες τιμές σιταριού, η πίεση αυτή συμπιέζει τα περιθώρια των παραγωγών και μπορεί να επηρεάσει τόσο τις αποφάσεις σποράς όσο και τη χρήση λιπασμάτων, με πιθανές συνέπειες στις αποδόσεις.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στο καλαμπόκι για το 2026, όπου το κόστος εισροών και οι τιμές επηρεάζουν τις προοπτικές παραγωγής. Σε αυτή την περίπτωση, προστίθεται και η αυξημένη ζήτηση για βιοκαύσιμα με βάση το καλαμπόκι, λόγω των υψηλότερων τιμών αργού πετρελαίου.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι καιρικές συνθήκες παραμένουν γενικά ευνοϊκές και στηρίζουν τις προοπτικές αποδόσεων στο σιτάρι. Ωστόσο, τα ελλείμματα βροχοπτώσεων σε κεντρικές και ανατολικές περιοχές προκαλούν ανησυχία. Συνολικά, η παραγωγή σιταριού αναμένεται να μειωθεί σε σχέση με πέρυσι, κυρίως λόγω περιορισμού των σπορών και επιστροφής των αποδόσεων σε μέσους όρους μετά τα υψηλά του 2025.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι συνθήκες για το χειμερινό σιτάρι είναι καλύτερες σε σχέση με πέρυσι και η παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί μετρίως. Στη Ρωσία, οι προσδοκίες παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες, με τις χαμηλότερες φυτεύσεις να οδηγούν σε μικρότερη παραγωγή. Στην Ουκρανία, η πρόβλεψη παραμένει σταθερή και κοντά στα περσινά επίπεδα, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μικρότερη καλλιεργούμενη έκταση και η επέκταση της ξηρασίας πιέζουν τις προοπτικές για το σιτάρι. Στον Καναδά, η παραγωγή αναμένεται επίσης χαμηλότερη σε ετήσια βάση, λόγω μειωμένων φυτεύσεων και αποδόσεων κοντά στον μέσο όρο.

Αντίθετα, στην Ινδία οι προοπτικές δείχνουν συγκομιδή-ρεκόρ, χάρη στις ιστορικά υψηλές σπορές. Το Πακιστάν και η ηπειρωτική Κίνα αναμένεται να έχουν πάνω από τον μέσο όρο παραγωγή σιταριού. Στην Τουρκία, οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες ενισχύουν τις αποδόσεις και οδήγησαν σε ανοδική αναθεώρηση της πρόβλεψης. Θετική εικόνα εμφανίζει και το Ιράν.

Στη Βόρεια Αφρική, οι βροχοπτώσεις από τον Δεκέμβριο και μετά βελτίωσαν σημαντικά την εικόνα της βλάστησης, δημιουργώντας προϋποθέσεις ανάκαμψης της παραγωγής το 2026, ύστερα από δύο διαδοχικές χρονιές που επηρεάστηκαν από ξηρασία.

Στο νότιο ημισφαίριο, η σπορά της κύριας καλλιέργειας σιταριού βρίσκεται σε εξέλιξη. Στην Αυστραλία, η πρόβλεψη παραγωγής μειώθηκε σε σχέση με την αρχική εκτίμηση, λόγω της αυξημένης πιθανότητας βροχοπτώσεων κάτω από τον μέσο όρο, που συνδέονται με πιθανό Ελ Νίνιο, αλλά και λόγω του υψηλού κόστους εισροών. Παρόμοιες ανησυχίες υπάρχουν και στη Νότια Αφρική, όπου οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν μείωση των σπορών κάτω από τον μέσο όρο πενταετίας.

Για το καλαμπόκι του 2026, η συγκομιδή έχει ήδη αρχίσει στις χώρες του νότιου ημισφαιρίου, ενώ στο βόρειο ημισφαίριο ξεκίνησαν οι φυτεύσεις. Στη Βραζιλία, η παραγωγή αναμένεται να παραμείνει πάνω από τον μέσο όρο, χάρη στις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες και στη μικρή αύξηση των φυτεύσεων που ενθαρρύνεται από την ισχυρή εξαγωγική ζήτηση.

Στην Αργεντινή, οι αυξημένες σπορές και οι καλύτερες βροχοπτώσεις στηρίζουν τις αποδόσεις, δημιουργώντας πιθανότητες για παραγωγή-ρεκόρ το 2026. Στη Νότια Αφρική, οι ευνοϊκές συνθήκες καλλιέργειας και η μικρή αύξηση της έκτασης μπορούν να φέρουν την παραγωγή καλαμποκιού κοντά στο ιστορικό επίπεδο των περίπου 17,5 εκατ. τόνων, που είχε καταγραφεί το 2017.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις