Η διεθνής αγορά σιταριού μπαίνει στη νέα εμπορική περίοδο με μια εικόνα πιο σύνθετη από ό,τι δείχνει ένας απλός τιμοκατάλογος. Δεν υπάρχει μία τιμή σιταριού. Υπάρχουν διαφορετικές αγορές, διαφορετικές ποιότητες και διαφορετικές ταχύτητες. Άλλη τιμή γράφει το μαλακό σιτάρι στο Σικάγο, άλλη το αρτοποιήσιμο σιτάρι στο Παρίσι, άλλη το ζωοτροφικό σιτάρι στο Λονδίνο και εντελώς διαφορετική λογική ακολουθεί το σκληρό σιτάρι, durum, που αφορά άμεσα τη Μεσόγειο, την Ιταλία και την Ελλάδα.
Στο μαλακό σιτάρι, η Ευρώπη εμφανίζεται σήμερα πιο ανταγωνιστική. Το Euronext στο Παρίσι κινείται στα 215 ευρώ ο τόνος για το συμβόλαιο Σεπτεμβρίου 2026, στα 223,50 ευρώ ο τόνος για τον Δεκέμβριο και στα 229 ευρώ ο τόνος για τον Μάρτιο του 2027. Η εικόνα αυτή δείχνει μια αγορά που δεν καταρρέει, αλλά ούτε και τιμολογεί έντονη έλλειψη. Αντίθετα, δείχνει μια πιο συγκρατημένη ευρωπαϊκή βάση, με μικρή ανοδική κλίση προς τους επόμενους μήνες.
Στο Σικάγο, το μαλακό κόκκινο χειμερινό σιτάρι, SRW, εμφανίζεται στα 646,25 cents ανά bushel για τον Ιούλιο του 2026, που αντιστοιχεί περίπου σε 205 ευρώ ο τόνος, ενώ για τον Δεκέμβριο του 2026 η τιμή ανεβαίνει στα 679 cents ανά bushel, περίπου 215 ευρώ ο τόνος. Το ίδιο εύρος επιβεβαιώνει ότι η διεθνής χρηματιστηριακή αγορά του μαλακού σιταριού κινείται κοντά στα ευρωπαϊκά επίπεδα, με μικρές διαφοροποιήσεις ανάλογα με το συμβόλαιο και την ποιότητα.
Η μεγάλη απόσταση αρχίζει όταν η αγορά περνά από το γενικό μαλακό σιτάρι στις ποιοτικές αμερικανικές κατηγορίες. Το Hard Red Winter, με βάση τα στοιχεία της U.S. Wheat Associates, βρίσκεται στα 6,88 δολάρια ανά bushel, περίπου 218 ευρώ ο τόνος, ενώ το Hard Red Spring κινείται στα 6,85 δολάρια ανά bushel, περίπου 217 ευρώ ο τόνος. Αυτές οι κατηγορίες δεν είναι durum, όμως δεν τιμολογούνται ως απλό μαλακό σιτάρι. Είναι σιτάρια υψηλότερης πρωτεΐνης, με μεγαλύτερη αξία για τη βιομηχανία άλεσης και την αρτοποιία.
Agrocapital Wheat Prices
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο καθαρή στις εξαγωγικές τιμές FOB. Η Γαλλία, στο Rouen, δίνει μαλακό σιτάρι Grade 1 στα 240 δολάρια ο τόνος, δηλαδή περίπου 207 ευρώ ο τόνος. Αντίθετα, οι ΗΠΑ στον Κόλπο εμφανίζουν το SRW στα 272 δολάρια ο τόνος, περίπου 235 ευρώ, ενώ το HRW 11,5% φθάνει τα 310 δολάρια ο τόνος, περίπου 267 ευρώ. Με απλά λόγια, το αμερικανικό ποιοτικό σιτάρι κουβαλά premium. Δεν πληρώνεται μόνο ως πρώτη ύλη. Πληρώνεται ως πρωτεΐνη, σταθερότητα και βιομηχανική απόδοση.
Στις μεγάλες εξαγωγικές χώρες, η εικόνα επιβεβαιώνει την αγορά των δύο ταχυτήτων. Η Αργεντινή βρίσκεται στα 229 δολάρια ο τόνος, περίπου 198 ευρώ, η Ευρωπαϊκή Ένωση στα 232 δολάρια, περίπου 200 ευρώ, και η Ρωσία στα 238 δολάρια, περίπου 205 ευρώ. Πιο πάνω κινούνται ο Καναδάς, στα 277 δολάρια, περίπου 239 ευρώ, η Αυστραλία, στα 281 δολάρια, περίπου 242 ευρώ, και οι ΗΠΑ, στα 290 δολάρια, περίπου 250 ευρώ ο τόνος. Η απόσταση ανάμεσα στην Αργεντινή και τις ΗΠΑ δεν είναι μικρή. Είναι σχεδόν 52 ευρώ ο τόνος, ένδειξη ότι η αγορά τιμολογεί διαφορετικά όχι μόνο την ποσότητα, αλλά και το ρίσκο, την ποιότητα και την αξιοπιστία της προέλευσης.
Στο σκληρό σιτάρι, το τοπίο είναι ακόμη πιο ξεχωριστό. Το καναδικό Canada 1 CWAD στο St Lawrence εμφανίζεται στα 295 δολάρια ο τόνος, περίπου 254 ευρώ ο τόνος, λειτουργώντας ως ένας από τους βασικούς διεθνείς δείκτες για το durum. Στην Ιταλία, που αποτελεί σημείο αναφοράς για τη μεσογειακή αγορά και επηρεάζει έμμεσα και την ελληνική εμπορική ψυχολογία, οι τιμές κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα από το απλό μαλακό σιτάρι.
Στη Φότζια, το σκληρό σιτάρι fino για τη Νότια Ιταλία κινείται στα 269 με 274 ευρώ ο τόνος, ενώ το fino proteico βρίσκεται στα 299 με 304 ευρώ ο τόνος. Η ακόμη ανώτερη κατηγορία, fino alto proteico, φθάνει τα 311 με 316 ευρώ ο τόνος, ενώ το βιολογικό durum καταγράφεται στα 355 με 360 ευρώ ο τόνος. Αυτό είναι το πιο καθαρό μήνυμα της αγοράς. Το σκληρό σιτάρι δεν τιμολογείται μόνο με βάση τον τόνο. Τιμολογείται με βάση την πρωτεΐνη, τη χρήση, την προέλευση και τη δυνατότητα να καλύψει τις ανάγκες της βιομηχανίας ζυμαρικών.
Η εικόνα στην Ιταλία δείχνει επίσης ότι ακόμη και μέσα στην ίδια χώρα η προέλευση και η εμπορική κατηγορία κάνουν διαφορά. Στην αγορά του Μιλάνου, το durum fino από τη Βόρεια Ιταλία βρίσκεται στα 274,50 ευρώ ο τόνος, ενώ το αντίστοιχο προϊόν από την Κεντρική Ιταλία ανεβαίνει στα 292,50 ευρώ ο τόνος. Στην Αλταμούρα, το fino nazionale εμφανίζεται στα 280,50 ευρώ ο τόνος, ενώ στη γαλλική αγορά του Port La Nouvelle το durum παραδοτέο στο λιμάνι καταγράφεται στα 262 ευρώ ο τόνος.
Για την Ελλάδα, το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο το επίπεδο των διεθνών τιμών, αλλά αν η εγχώρια σοδειά θα τιμολογηθεί με βάση την ποιότητα και όχι απλώς με βάση τον όγκο. Το σκληρό σιτάρι με καλή πρωτεΐνη, ειδικό βάρος και καθαρότητα έχει διαφορετική εμπορική αξία από ένα προϊόν χωρίς σαφή ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Το μεγάλο στοίχημα για τους παραγωγούς είναι αν, μετά το κόστος της καλλιέργειας, τα καύσιμα, τα λιπάσματα, τα ενοίκια και τα υπόλοιπα έξοδα, η τελική τιμή θα αφήσει ικανοποιητικό καθαρό εισόδημα. Όπως σημειώνουν άνθρωποι της αγοράς, η κρίσιμη σύγκριση δεν είναι μόνο ανάμεσα στις διεθνείς τιμές, αλλά ανάμεσα στα έξοδα και τα έσοδα της φετινής χρονιάς.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις