Πτώση 53% στις εξαγωγές ελαιολάδου της Τουρκίας

Σημαντικές δυσκολίες αντιμετωπίζει ο εξαγωγικός τομέας ελαιολάδου της Τουρκίας, καθώς το αυξημένο κόστος παραγωγής, ο διεθνής ανταγωνισμός και οι εμπορικοί περιορισμοί σε βασικές αγορές έχουν οδηγήσει σε μεγάλη υποχώρηση των εξαγωγών. Παράλληλα, οι προβλέψεις για αυξημένη παραγωγή ελιάς την περίοδο 2026/27 δημιουργούν προβληματισμό για τη διάθεση των διαθέσιμων ποσοτήτων και την εξέλιξη των τιμών.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το διάστημα Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου 2026 οι εξαγωγές τουρκικού ελαιολάδου περιορίστηκαν στους 15.700 τόνους, καταγράφοντας μείωση 53% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η αξία τους υποχώρησε κατά 48%, στα 82,1 εκατ. δολάρια, αποτυπώνοντας τις πιέσεις που δέχονται οι επιχειρήσεις του κλάδου στις διεθνείς αγορές.

Η υποχώρηση δεν περιορίζεται στο ελαιόλαδο, αλλά επεκτείνεται και στα υπόλοιπα προϊόντα της ελαιοκομίας. Συνολικά, οι εξαγωγές ελιάς και ελαιολάδου της Τουρκίας κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026 διαμορφώθηκαν στους 87.000 τόνους, μειωμένες κατά 28%, ενώ αντίστοιχη πτώση σημείωσε και η αξία τους, η οποία περιορίστηκε στα 273 εκατ. δολάρια.

Ειδικότερα, οι εξαγωγές μαύρης επιτραπέζιας ελιάς μειώθηκαν κατά 14%, στους 48.100 τόνους, ενώ οι αποστολές πράσινης ελιάς υποχώρησαν κατά 19%, στους 14.400 τόνους. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μείωση στις εξαγωγές πυρηνελαίου, οι οποίες περιορίστηκαν κατά 40%, στους 8.600 τόνους.

Οι εξελίξεις αυτές καταγράφονται σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία αναμένει σημαντική αύξηση της ελαιοπαραγωγής. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση που δημοσίευσε τον Μάιο η τουρκική στατιστική υπηρεσία (TÜİK), η παραγωγή ελαιοκάρπου την περίοδο 2026/27 ενδέχεται να φτάσει τους 3,8 εκατ. τόνους, έναντι 2,5 εκατ. τόνων την προηγούμενη χρονιά, σημειώνοντας αύξηση 56%.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη πρόβλεψη αφορά την παραγωγή ελιάς και όχι ελαιολάδου, καθώς η τελική ποσότητα του παραγόμενου λαδιού θα εξαρτηθεί από το ποσοστό του ελαιοκάρπου που θα οδηγηθεί στην ελαιοποίηση και από τις αποδόσεις του.

Η προοπτική αυξημένης παραγωγής, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για άλλες μεσογειακές χώρες, ενδέχεται να ενισχύσει την προσφορά στις διεθνείς αγορές. Για τους Τούρκους εξαγωγείς, αυτό δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες, καθώς θα πρέπει να διαθέσουν μεγαλύτερες ποσότητες σε ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού και πιθανών πιέσεων στις τιμές.

Σημαντικό εμπόδιο αποτελεί και η πρόσβαση στις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκπρόσωποι του τουρκικού κλάδου ζητούν την επανεξέταση των εμπορικών περιορισμών, υποστηρίζοντας ότι επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα του τουρκικού ελαιολάδου.

Ειδικότερα, η Ένωση Εξαγωγέων Ελιάς και Ελαιολάδου Αιγαίου ζητά την κατάργηση πρόσθετου δασμού 12,5% στην αμερικανική αγορά. Παράλληλα, από τουρκικής πλευράς προτείνεται η αύξηση της ποσόστωσης αδασμολόγητων εισαγωγών ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από τους 100 τόνους σε τουλάχιστον 60.000 τόνους.

Οι εξαγωγείς επιδιώκουν επίσης να εξασφαλίσουν πρόσβαση στη βρετανική αγορά χωρίς δασμούς, στο πλαίσιο μελλοντικών εμπορικών συμφωνιών.

Η υποχώρηση της εξαγωγικής δραστηριότητας γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε σύγκριση με τις επιδόσεις προηγούμενων ετών. Την εμπορική περίοδο 2022/23, η Τουρκία είχε εξαγάγει περίπου 150.000 τόνους ελαιολάδου, με έσοδα που ξεπέρασαν τα 700 εκατ. δολάρια. Αντίθετα, την περίοδο 2025/26 οι εξαγωγές περιορίστηκαν σε περίπου 20.000 τόνους, αξίας 105,7 εκατ. δολαρίων.

Την ίδια στιγμή, οι προβλέψεις του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας (USDA) τοποθετούν την παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου για την περίοδο 2026/27 κοντά στους 3,3 εκατ. τόνους, εκ των οποίων περίπου 2,1 εκατ. τόνοι αναμένεται να προέλθουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν τον προβληματισμό για τις συνθήκες που θα επικρατήσουν στην αγορά κατά τη νέα εμπορική περίοδο. Η αύξηση της παραγωγής μπορεί να ενισχύσει τη διαθεσιμότητα ελαιολάδου, ωστόσο η δυνατότητα απορρόφησης των ποσοτήτων από τις διεθνείς αγορές παραμένει κρίσιμο ζήτημα για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις.

Για την τουρκική ελαιοκομία, το βασικό πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στο ύψος της παραγωγής, αλλά επεκτείνεται στο κόστος, στην πρόσβαση σε αγορές και στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. Η πορεία των εξαγωγών κατά τους επόμενους μήνες θα αποτελέσει σημαντική ένδειξη για το κατά πόσο η αναμενόμενη αύξηση της παραγωγής μπορεί να συνοδευτεί από αντίστοιχη ενίσχυση των πωλήσεων στο εξωτερικό.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις