Του Ιωάννη Οικονομόπουλου, Καθηγητής Κτηνιατρικής Μικροβιολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Της Αντωνίας Ματαράγκα, Γεωπόνος Ζωικής Παραγωγής, Διδάκτωρ Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η αντιμετώπιση των λοιμωδών νοσημάτων στηρίζεται σε ένα σύνολο μέτρων τα οποία εμπίπτουν σε δύο κυρίως κατηγορίες, την πρόληψη (prevention) και τη θεραπεία (therapy).
Η σημασία της καθεμίας από αυτές τις κατηγορίες μεταβάλλεται κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, η χρήση θεραπευτικών μέτρων αντιμετώπισης μίας νόσου αναδεικνύεται περισσότερο δόκιμη σε ζώα συντροφιάς και βεβαίως στον άνθρωπο. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση, δεν λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψη παράγοντες όπως το κόστος της πλήρους διαγνωστικής διερεύνησης του περιστατικού ή της χορήγησης αγωγής με σκοπό είτε την πλήρη ίαση, είτε έστω την ανακούφιση του ασθενούς. Το ίδιο όμως δεν ισχύει για παραγωγικά ζώα!
Όταν το ζητούμενο είναι η διαχείριση ενός νοσήματος εντός ενός ζωικού πληθυσμού που εκτρέφεται για παραγωγικούς λόγους, η σημασία της θεραπείας εντάσσεται υποχρεωτικά σε μία λογική κόστους-οφέλους. Υπό αυτή την έννοια, δεν μπορεί να χορηγηθεί σε ένα ζώο αγωγή που δεν δικαιολογείται οικονομικά. Σημαντική συνιστώσα αυτού του ζητήματος είναι η πιθανότητα να παραμείνει το ζώο φορέας. Αυτή είναι μία κατάσταση κατά την οποία το ζώο δεν εκδηλώνει συμπτώματα, αλλά διασπείρει το παθογόνο στο περιβάλλον με τρόπο απολύτως απρόβλεπτο, τόσο χρονικά, όσο και ποσοτικά (διαλείπων φορέας). Το εμπόδιο που συνιστά η δημιουργία ζώων-φορέων στην προσπάθεια ελέγχου ενός νοσήματος εντός ενός πληθυσμού είναι μεγάλο, δεδομένου ότι τα ζώα αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστούν στο σύνολό τους, ώστε να απομακρυνθούν.
Ακριβώς λοιπόν επειδή η θεραπεία των παραγωγικών ζώων υπόκειται στους περιορισμούς που αναφέρθηκαν, η εφαρμογή μέτρων πρόληψης για τον έλεγχο των λοιμωδών νοσημάτων που τα απειλούν καθίσταται εξαιρετικά συμφέρουσα, για τους ακόλουθους λόγους:
- Προλαμβάνεται η απώλεια ζωικού προϊόντος.
- Περιορίζεται ο κίνδυνος μετάδοσης ζωονόσων στον άνθρωπο και προάγεται η εμπιστοσύνη του καταναλωτικού κοινού στο ζωικό προϊόν.
- Ελαχιστοποιείται η χρήση αντιβιοτικών, με αποτέλεσμα
- να περιορίζεται η ανάπτυξη αντιμικροβιακής ανθεκτικότητας στα ζώα και στον άνθρωπο, και να
- μειώνεται το κόστος διαχείρισης των ζώων.
Πριν αναφερθούμε συνοπτικά στα κυριότερα συστήματα ελέγχου της διάδοσης λοιμωδών νοσημάτων, επιβάλλεται να επισημάνουμε ορισμένα ακόμη στοιχεία σχετικά με τη μετάδοση των παθογόνων που τα προκαλούν.
Τα λοιμώδη νοσήματα δεν περιορίζονται από σύνορα. Η μετάδοσή τους γίνεται συχνά μέσω του μολυσμένου νερού (π.χ. ψευδομονάδες, μυκητιάσεις, εντερικά παθογόνα), του αέρα(π.χ. γρίπη, αφθώδης πυρετός), ή και των άγριων ζώων. Μάλιστα αυτά τα ζώα, όπως το κουνάβι και ο ασβός(διάδοση της φυματίωσης), ο αγριόχοιρος (διάδοση της αφρικανικής πανώλης),η αλεπού και ο λύκος (διάδοση της λύσσας), και ασφαλώς τα αποδημητικά πτηνά (διάδοση της γρίπης), καλύπτουν καθημερινά πολύ μεγάλες αποστάσεις και διασπείρουν επικίνδυνα παθογόνα σε περιοχές όπου εκτρέφονται ζώα, επειδή εκεί συνήθως είναι πιο εύκολο να βρουν τροφή.
Υπό αυτή την έννοια καθίσταται σαφές ότι η φυσική διασπορά ενός παθογόνου είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτη. Τα μέτρα περιορισμού της, όπως για παράδειγμα η επιλεκτική θανάτωση άγριων ζώων ή και ο εμβολιασμός τους με δολώματα, μπορεί να αποδώσουν, αλλά αυτό υπόκειται σε πολλούς περιορισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επί δεκαετίες προσπάθειες της Μεγάλης Βρετανίας να περιορίσει τη διάδοση μυκοβακτηρίων στα άγρια ζώα, ώστε να επιτύχει την εκρίζωση της φυματίωσης από το ζωικό της κεφάλαιο. Αυτή η προσπάθεια απαίτησε τεράστιους πόρους και θα ήταν αδύνατο να στεφθεί με επιτυχία, εάν δεν επρόκειτο για νησιωτική χώρα.
Μπορεί κανείς να καταλάβει βάσει των προαναφερθέντων, ότι η προσπάθεια ελέγχου νοσημάτων μέσω περιορισμού της φυσικής διάδοσης παθογόνων απαιτεί ακριβή σχεδιασμό, πόρους και πολυετή προσήλωση. Για να είναι επιτυχημένος αυτός ο σχεδιασμός, θα πρέπει να περιλαμβάνει ευρείες οικολογικές κοινότητες, οι οποίες κατά κανόνα δεν περιορίζεται εντός των συνόρων μεμονωμένων κρατών. Κατά συνέπεια, η υιοθέτηση κοινών μέτρων ελέγχου των νοσημάτων των ζώων από ομάδες κρατών, όπως για παράδειγμα η Ε.Ε., αυξάνει την αποτελεσματικότητά τους, και επιτρέπει τη χαλάρωση των κανόνων εσωτερικής διακίνησης ζώων και ζωικών προϊόντων. Παράλληλα, αυξάνεται η κρίσιμη μάζα και η διαθεσιμότητα πόρων, υπό την προϋπόθεση όμως της τήρησης συγκεκριμένων κανόνων που αποφασίζονται από κοινού. Συνεπώς αποστασιοποίηση από αυτούς τους κανόνες, διατηρώντας το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης προϊόντων, είναι σαφές ότι οδηγεί χωρίς αμφιβολία, στη συνολική κατάρρευση του συστήματος ελέγχου νοσημάτων εντός της καθορισθείσας ομάδας κρατών.
Έλεγχος της διάδοσης παθογόνων μέσω θανάτωσης ζώων;
Τα διαχειριστικά μέτρα που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του ελέγχου της διάδοσης λοιμωδών νοσημάτων των ζώων σχεδιάζονται με γνώμονα την ελάχιστη λοιμογόνο δόση (MID - minimuminfectiousdose) των αντίστοιχων παθογόνων, δηλαδή τη μικρότερη ποσότητα του μικροβίου που απαιτείται ώστε να προκληθεί λοίμωξη.
Η μείωση του πληθυσμού του μικροβίου στο περιβάλλον των ζώων κάτω από τoόριο της MID αποσκοπεί στην εκρίζωσή[1] (eradication) της αντίστοιχης νόσου, κάτι που θεωρείται ως ο ασφαλέστερος τρόπος μακροχρόνιου περιορισμού της διάδοσης ενός νοσήματος.
Η εφαρμογή πολιτικής εκρίζωσης ενός νοσήματος προϋποθέτει την ύπαρξη αξιόπιστων επιζωοτιολογικών ή και επιδημιολογικών στοιχείων (π.χ. ποια είναι η δεξαμενή του μικροβίου στη φύση, αν υπάρχουν πηγές μόλυνσης, ζώα φορείς κτλ) και την ύπαρξη ενός αξιόπιστου συστήματος διάγνωσης της νόσου. Επιπλέον απαιτούνται επαρκείς διοικητικοί μηχανισμοί για την εφαρμογή των μέτρων ελέγχου (π.χ. περιορισμός διακίνησης ζωικού κεφαλαίου και προϊόντων, υποχρεωτική θανάτωση ζώων, υγειονομική ταφή κτλ.) και ασφαλώς, χρηματοδότηση (διεξαγωγή διαγνωστικών ελέγχων, αποζημιώσεις).
Τα μέτρα με τα οποία επιχειρείται η εκρίζωση μίας νόσου βασίζονται συνήθως στην εφαρμογή ενός συστήματος ελέγχου για τη διαπίστωση της ύπαρξης ασθενών ή έστω μολυσμένων ζώων, και ακολούθως στην απομόνωση ή συνηθέστερα στη θανάτωσή τους, πρόκειται δηλ. για μέτρα ελέγχου και απομόνωσης (testandremoval) ή ελέγχου και θανάτωσης (testandslaughter).
Στις εκτροφές που χαρακτηρίζονται ως θετικές, επιβάλλονται συνήθως μέτρα απαγόρευσης διακίνησης ζώων και προϊόντων, μέχρι να χαρακτηριστούν ξανά ως απαλλαγμένες. Μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις, ίσως με μόνη εξαίρεση την ύπαρξη εμβολίων DIVA[2], στις περιοχές που εφαρμόζεται πολιτική εκρίζωσης μίας νόσου, συνήθως απαγορεύεται ο εμβολιασμός των ζώων ώστε η εφαρμογή των παραπάνω μέτρων να είναι πιο αποτελεσματική. Η σκοπιμότητα της αποφυγής χρήσης εμβολίων σε περιοχές που είτε είναι απαλλαγμένες από μία επικίνδυνη ασθένεια είτε έχουν ενταχθεί σε καθεστώς εκρίζωσης μπορεί να γίνει πιο εύκολα κατανοητή εάν αναλογιστεί κανείς ότι, κατά κανόνα, ο εμβολιασμός δεν αποτρέπει τη λοίμωξη[3]. Αυτό σημαίνει ότι ένα εμβολιασμένο ζώο που εκτεθεί στο παθογόνο, μπορεί μεν να μην νοσήσει, αλλά θα προσβληθεί από το μικρόβιο και θα το διασπείρει στο περιβάλλον, για ένα χρονικό διάστημα που είναι αδύνατο να προβλεφθεί με ακρίβεια.
Αναφορικά με ορισμένα πολύ μεταδοτικά νοσήματα όπως η γρίπη των πτηνών ή ο αφθώδης πυρετός, η διαπίστωση θετικών ζώων επισείει σειρά μέτρων, όπως για παράδειγμα η προληπτική θανάτωση όλων των εκτρεφόμενων ευπαθών ζώων μίας περιοχής, ακόμη και εάν δεν έχουν προσβληθεί από τη νόσο (ολική θανάτωση -stampingout).Θα πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό το μέτρο αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία της Δημόσιας Υγείας. Ωστόσο, το ίδιο μέτρο έχει εφαρμοστεί επανειλημμένα στην Ε.Ε., μάλιστα με τεράστιο κόστος, και για ασθένειες που δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες για τον άνθρωπο, όπως η ευλογιά των μηρυκαστικών, η αφρικανική πανώλη και ο αφθώδης πυρετός. Σε αυτή την περίπτωση, η κρισιμότητα του κινδύνου εντοπίζεται κυρίως στο γεγονός ότι πρόκειται για νοσήματα μεγάλης μεταδοτικότητας, που εάν δεν ελεγχθούν άμεσα, θα εξαπλωθούν σε όλο το ζωικό κεφάλαιο και θα αλλάξουν συνολικά το υγειονομικό του καθεστώς, επειδή η εξάλειψή τους θα είναι πρακτικά ανέφικτη. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να καταστεί εξαιρετικά δυσμενής για τη ζωική παραγωγή ολόκληρης της κοινοπραξίας χωρών που έχουν συμβληθεί στην εφαρμογή κοινού συστήματος ελέγχου, δεδομένου ότι θα αυξήσει σημαντικά την απώλεια ζωικού κεφαλαίου, αλλά θα επιτρέψει και την υιοθέτηση μέτρων εμπορικού αποκλεισμού των ζωικών προϊόντων από άλλες χώρες ή ομάδες χωρών. Παράλληλα περιορίζει την εμπιστοσύνη του καταναλωτικού κοινού σε αυτό το προϊόν, κάτι που έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι είναι πολύ δύσκολο να μεταστραφεί.
Μήπως τελικά ο κτηνοτρόφος είναι καταδικασμένος;
Το παραπάνω ερώτημα είναι απολύτως δικαιολογημένο! Πώς μπορεί ο κτηνοτρόφος να ανταπεξέλθει σήμερα σε όλους αυτούς τους υγειονομικούς περιορισμούς, οι οποίοι είναι ένα μικρό μόνο μέρος των δυσκολιών που αντιμετωπίζει;
Οι ζωοτροφές αποτελούν πλέον χρηματιστηριακή αξία και η κλιματική αλλαγή καθιστά την τιμή τους εξαιρετικά απρόβλεπτη. Ο ανταγωνισμός από χώρες ή ομάδες χωρών που παράγουν το ζωικό τους προϊόν χωρίς τους ίδιους υγειονομικούς περιορισμούς, επιβαρύνει επιπλέον τη βιωσιμότητα ενός κλάδου που είναι εξορισμού ιδιαίτερα ευπαθής. Σε αυτό το αρνητικό πλαίσιο πρέπει να προστεθεί και η συστηματική πίεση που δημιουργείται λόγω των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, που σταδιακά συντείνει στην αποδοχή μίας λογικής συνολικής εγκατάλειψης του κλάδου ως παρωχημένου ή ακόμη και περιβαλλοντικά επιζήμιου.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, πρέπει κανείς να επισημάνει καταρχήν ότι η ζωική παραγωγή πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κλάδος στρατηγικής σημασίας για την αειφόρο ανάπτυξη της κοινωνίας. Είναι σαφές ότι χωρίς αυτήν, η απειλή της απώλειας επισιτιστικής επάρκειας και αυτονομίας θα ήταν μάλλον αδύνατο να αντιμετωπιστεί. Επιπλέον οφείλουμε να μην ξεχνάμε ότι η ζωική παραγωγή δρα ως το πιο αποτελεσματικό μέτρο αποτροπής της εγκατάλειψης της υπαίθρου, κάτι που έχει θεμελιώδη σημασία για την προστασία του περιβάλλοντος.
Με αυτό ως δεδομένο, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα που είναι εν πολλοίς κοινώς αποδεκτό πλέον και σε επίπεδο Ε.Ε., ότι η ζωική παραγωγή δεν είναι δυνατόν να υπόκειται στους ίδιους κανόνες ανταγωνιστικότητας που ισχύουν σε άλλους παραγωγικούς κλάδους, όπως για παράδειγμα για τη βιομηχανία αυτοκινήτων. Η ζωική παραγωγή πρέπει να αναβαθμίζεται συνεχώς και να στηρίζεται ουσιωδώς! Αυτή είναι και η καλύτερη επένδυση του κλάδου προς όφελος του Ευρωπαίου καταναλωτή, ο οποίος μπορεί ευλόγως να δείξει προτίμηση στο φτηνό, αλλά είναι πλέον καλά ενημερωμένος και δεν καταφεύγει εύκολα στο επισφαλές.
Προφανώς αυτή η προσέγγιση επιβάλει αυστηρούς κανόνες και σημαντική τεχνογνωσία από τον κτηνοτρόφο, τον κτηνίατρο, αλλά και τις αρμόδιες αρχές. Μπορεί η ζωική παραγωγή, τουλάχιστον η συστηματική, να μην είναι πλέον δόκιμη απασχόληση για ανθρώπους που δεν αντιλαμβάνονται τη σημασία των κανόνων, αλλά η στήριξη όλων των άλλων θα πρέπει να είναι γενναιόδωρη και ακριβοδίκαιη. Η προώθηση υιοθέτησης αυστηρών υγειονομικών μέτρων θα πρέπει να γίνεται πρωτίστως μέσω ενθάρρυνσης και στήριξης, και όχι μέσω τιμωρίας και απαξίωσης.
Δυστυχώς, το παραπάνω ίσως να μοιάζει σήμερα ευσεβής πόθος για τη χώρα μας, ιδίως με δεδομένο τον σχετικό θόρυβο που έχει δημιουργηθεί τελευταία. Μπορεί πάντως κανείς να ελπίζει χωρίς να κατηγορηθεί ως ρομαντικός, ιδίως όταν αναλογίζεται ότι η χώρα μας ανταγωνίζεται σήμερα άλλες χώρες που έχουν ήδη ιστορία πολλών δεκαετιών στη συστηματική κτηνοτροφία. Σε πολλές από αυτές τις χώρες υπήρξαν ασφαλώς ζητήματα ασυνέπειας και αναποτελεσματικότητας, αλλά η αντιμετώπισή τους αναμόρφωσε σταδιακάαμφότερες τις πλευρές που συμπλέκονται σε αυτό το πρόβλημα, δηλαδή τους κτηνοτρόφους αλλά και τις αρμόδιες αρχές.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα βορειο-ευρωπαικής χώρας που υιοθέτησε αυτοβούλως εξαιρετικά αυστηρό σύστημα ελέγχου της σαλμονέλωσης των εκτρεφόμενων πτηνών με σκοπό πρωτίστως την αύξηση της αποδοτικότητάς τους και τη βελτίωση της υγιεινής του τελικού προϊόντος. Σε αυτό το σύστημα που προέβλεπε ακόμη και τη συνολική εγκατάλειψη εγκαταστάσεων, παράλληλα με τη θανάτωση ολόκληρων σμηνών από πτηνά όταν βρίσκονταν θετικά στο εν λόγω παθογόνο, οι παραγωγοί διαγκωνίζονταν να συμμετάσχουν, επειδή ήξεραν ότι η πολιτεία θα τους στηρίξει εγκαίρως για να αναβαθμίσουν πλήρως τις μονάδες τους, υιοθετώντας αυστηρούς κανόνες ελέγχου.
Αυτό δούλεψε πλήρως. Συνεπώς ο δρόμος είναι σαφής!
[1]Εκρίζωση νοσήματος είναι η κατάσταση κατά την οποία έχει επέλθει πλήρης διακοπή της μετάδοσης της αντίστοιχης λοίμωξης.
[2]Ζώα που έχουν εμβολιαστεί, συχνά δεν είναι δυνατόν να διακριθούν από αυτά που έχουν υποστεί φυσική μόλυνση, ιδίως όταν τα τελευταία δεν εκδηλώνουν σαφή συμπτώματα. Για ορισμένες ασθένειες έχει καταστεί εφικτή η παραγωγή εμβολίων που επιτρέπουν τη διάκριση των εμβολιασμένων από τα ασθενή ζώα. Αυτά τα εμβόλια λέγονται διεθνώς DIVA (Differentiating Infected from Vaccinated Animals).
[3]Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις εμβολίων που υποστηρίζεται ότι όχι μόνο προστατεύουν τα ζώα ώστε αυτά να μην χάσουν τη ζωή τους ή να μην νοσήσουν βαριά, αλλά αποτρέπουν ακόμη και τη λοίμωξη. Ωστόσο ακόμη και αυτά τα εμβόλια, είναι αμφίβολο ότι μπορούν να επιτύχουν αυτό το αποτέλεσμα με απόλυτη βεβαιότητα στο σύνολο του πληθυσμού που θα εμβολιαστεί.