Η Ευρώπη αναζητεί 1,2 τρισ. ευρώ για να ξεκλειδώσει την κυκλική οικονομία

Η νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος αποκαλύπτει το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις και στις πραγματικές επενδύσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται επιπλέον 82 δισ. ευρώ κάθε χρόνο έως το 2040, ώστε η κυκλική οικονομία να μετατραπεί από πολιτική φιλοδοξία σε παραγωγική πραγματικότητα.

Η κυκλική οικονομία έχει τοποθετηθεί τα τελευταία χρόνια στον πυρήνα της ευρωπαϊκής βιομηχανικής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Η υπόσχεση είναι μια οικονομία στην οποία τα προϊόντα θα διαρκούν περισσότερο, τα υλικά θα επαναχρησιμοποιούνται και τα απόβλητα θα επιστρέφουν στην παραγωγή αντί να χάνουν οριστικά την αξία τους.

Η πραγματικότητα, όμως, απέχει ακόμη σημαντικά από τους ευρωπαϊκούς στόχους. Οι επενδύσεις δεν αυξάνονται με την ταχύτητα που απαιτεί η μετάβαση, ενώ μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής παραγωγής εξακολουθεί να λειτουργεί με το παραδοσιακό μοντέλο της εξόρυξης, της κατανάλωσης και της απόρριψης.

Σύμφωνα με την έκθεση Unlocking the Circular Economy, Investment Needs, Barriers and Enabling Conditions, οι ετήσιες επενδύσεις στην κυκλική οικονομία πρέπει να αυξηθούν κατά περίπου 68%.

Η αύξηση αυτή αντιστοιχεί σε επιπλέον 82 δισ. ευρώ τον χρόνο έως το 2040, ενώ το συνολικό χρηματοδοτικό κενό για την περίοδο από το 2025 έως το 2040 υπολογίζεται σε 1,229 τρισ. ευρώ.

Το μέγεθος αυτό μετατρέπει την κυκλική οικονομία σε ένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά και βιομηχανικά εγχειρήματα της επόμενης δεκαπενταετίας.

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η Ευρώπη έχει εστιάσει υπερβολικά στη διαχείριση των αποβλήτων και στην ανακύκλωση. Η πραγματική αλλαγή, όμως, πρέπει να αρχίζει πολύ νωρίτερα.

Οι μεγαλύτερες επενδυτικές ανάγκες εντοπίζονται στον σχεδιασμό των προϊόντων και στο τέλος της ζωής τους. Η αντοχή, η δυνατότητα επισκευής, η αντικατάσταση εξαρτημάτων και η επαναχρησιμοποίηση των υλικών αποφασίζονται πριν ακόμη ένα προϊόν φθάσει στην αγορά.

Ο σχεδιασμός μπορεί να καθορίσει έως και το 80% των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός προϊόντος. Επομένως, η κυκλική οικονομία δεν αρχίζει στον κάδο ανακύκλωσης. Αρχίζει στο σχεδιαστήριο, στη γραμμή παραγωγής και στην επιλογή των πρώτων υλών.

Η Ευρώπη χρειάζεται προϊόντα που να διαρκούν περισσότερο και όχι μόνο περισσότερες μονάδες διαχείρισης αποβλήτων.

Οι μεγαλύτερες ελλείψεις κεφαλαίων συγκεντρώνονται στις κατασκευές, στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, στις μπαταρίες και στα οχήματα.

Στις βασικές ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, το επενδυτικό κενό υπολογίζεται σε περίπου 42 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Οι κατασκευές εμφανίζουν τις μεγαλύτερες ανάγκες. Απαιτούνται νέα υλικά, καλύτερος σχεδιασμός κτιρίων και οργανωμένα συστήματα ανάκτησης και επαναχρησιμοποίησης δομικών υλικών.

Στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, η γρήγορη μόδα, η χαμηλή ποιότητα και η δυσκολία διαχωρισμού των ινών περιορίζουν τις δυνατότητες επισκευής και ανακύκλωσης.

Στις μπαταρίες και στα οχήματα, το βάρος πέφτει στην ανάκτηση πολύτιμων υλικών, στη δεύτερη χρήση των μπαταριών και στη δημιουργία ευρωπαϊκών βιομηχανικών αλυσίδων επανακατασκευής.

Παρά τις μεγάλες ανάγκες, η χρηματοδότηση δεν έχει ακόμη ευθυγραμμιστεί με τους στόχους της μετάβασης.

Περίπου το 93% των επενδύσεων προέρχεται από ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ η ευρωπαϊκή δημόσια χρηματοδότηση αντιστοιχεί περίπου στο 7%.

Η μεγάλη συμμετοχή των ιδιωτών δεν σημαίνει ότι η αγορά κινείται αρκετά γρήγορα. Οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν κοντά στο 0,8% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ από το 2019, χωρίς την επιτάχυνση που θα δικαιολογούσαν οι νέοι κανονισμοί και οι πολιτικές δεσμεύσεις.

Οι πολιτικές αποφάσεις δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε επαρκή ροή κεφαλαίων.

Ένας από τους λόγους είναι ότι το ευρωπαϊκό σύστημα κατηγοριοποίησης των βιώσιμων επενδύσεων δεν καλύπτει επαρκώς πολλές δραστηριότητες της κυκλικής οικονομίας.

Η επισκευή, η επαναχρησιμοποίηση, η πρόληψη των αποβλήτων και αρκετές δραστηριότητες της μεταποίησης δεν αποτυπώνονται με την απαιτούμενη σαφήνεια.

Όταν μια επένδυση δεν μπορεί να αναγνωριστεί, να μετρηθεί και να συγκριθεί με αξιόπιστο τρόπο, δυσκολεύεται να προσελκύσει χρηματοδότηση.

Το δεύτερο πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες αξιολογούν τις κυκλικές επιχειρήσεις.

Τα παραδοσιακά μοντέλα χρηματοδότησης βασίζονται σε φυσικές εγγυήσεις, σύντομους χρόνους αποπληρωμής και συμβατικούς δείκτες φερεγγυότητας.

Οι κυκλικές επιχειρήσεις λειτουργούν συχνά με διαφορετικούς όρους. Μια επιχείρηση που διαθέτει προϊόντα με μίσθωση ή συνδρομή χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να αποσβέσει την αρχική της επένδυση. Μια μονάδα επισκευής χρειάζεται εγκαταστάσεις, ανταλλακτικά, εξειδικευμένο προσωπικό και δίκτυο συλλογής πριν αποκτήσει σταθερά έσοδα.

Ένα επιχειρηματικό μοντέλο μπορεί να είναι οικονομικά βιώσιμο και περιβαλλοντικά ωφέλιμο, αλλά να παραμένει τραπεζικά δύσκολο.

Η έκθεση αναδεικνύει παράλληλα ένα ακόμη χρηματοδοτικό κενό.

Τα περισσότερα δημόσια προγράμματα χρηματοδοτούν κυρίως κτίρια, μηχανήματα και εξοπλισμό. Οι κυκλικές επιχειρήσεις, όμως, χρειάζονται κεφάλαια και για τη συλλογή προϊόντων, τη μεταφορά, τη διαλογή, την επισκευή και τη διαχείριση αποθεμάτων.

Η αγορά ενός μηχανήματος δεν αρκεί όταν δεν υπάρχουν χρήματα για την καθημερινή λειτουργία.

Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί ζητούν νέα εργαλεία με μακροπρόθεσμα δάνεια, κρατικές εγγυήσεις, κεφάλαια κίνησης και συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Η δημόσια χρηματοδότηση δεν μπορεί να καλύψει από μόνη της το κενό των 1,229 τρισ. ευρώ. Μπορεί όμως να περιορίσει τον αρχικό κίνδυνο και να κινητοποιήσει πολύ μεγαλύτερα ιδιωτικά κεφάλαια.

Για την αγροδιατροφή, η κυκλική οικονομία αφορά πολύ περισσότερα από την ανακύκλωση των συσκευασιών.

Αφορά την αξιοποίηση υπολειμμάτων καλλιεργειών, κτηνοτροφικών αποβλήτων και παραπροϊόντων της μεταποίησης. Αφορά επίσης την παραγωγή βιοαερίου, την ανάκτηση θρεπτικών στοιχείων, την επαναχρησιμοποίηση νερού και την παραγωγή οργανικών λιπασμάτων.

Η κυκλικότητα μπορεί να μειώσει το κόστος ενέργειας και λιπασμάτων και να δημιουργήσει νέες πηγές εσόδων για τις αγροτικές επιχειρήσεις.

Οι επενδύσεις αυτές, όμως, χρειάζονται συνεργασίες μεταξύ παραγωγών, συνεταιρισμών, μεταποιητικών επιχειρήσεων και τοπικών αρχών. Χρειάζονται σταθερή τροφοδοσία, οργανωμένα δίκτυα συλλογής, συμβάσεις διάθεσης και πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης.Το ισχυρότερο ίσως επιχείρημα της έκθεσης βρίσκεται στο κόστος της καθυστέρησης.Τα οικονομικά οφέλη που χάνει η Ευρώπη επειδή δεν επιτυγχάνει τους στόχους της κυκλικής οικονομίας υπολογίζονται σε περίπου 84,5 δισ. ευρώ κάθε χρόνο.Το ποσό αυτό είναι μεγαλύτερο από τις πρόσθετες επενδύσεις των 82 δισ. ευρώ που απαιτούνται ετησίως.

Η αδράνεια κοστίζει περισσότερο από τη μετάβαση.

Η εφαρμογή των αρχών της κυκλικής οικονομίας θα μπορούσε να αυξήσει το ευρωπαϊκό ΑΕΠ κατά 0,5% έως το 2030 και να δημιουργήσει περίπου 700.000 νέες θέσεις εργασίας, κυρίως στην επισκευή, στην επανακατασκευή και στην ανακύκλωση.

Η κυκλική οικονομία δεν είναι πλέον μόνο ένα περιβαλλοντικό σχέδιο. Είναι μια νέα αγορά, μια νέα βιομηχανική πολιτική και ένα εργαλείο περιορισμού της εξάρτησης από εισαγόμενες πρώτες ύλες.

Η Ευρώπη έχει ήδη θέσει τους στόχους. Αυτό που της λείπει είναι τα κεφάλαια, οι κοινοί κανόνες και τα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα μετατρέψουν την κυκλική οικονομία από πολιτική υπόσχεση σε παραγωγική πραγματικότητα.

Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις